Υμηττού! Μεγάλος δρόμος. Ούτε την αρχή βλέπω, ούτε το τέλος. Μια ευτραφής κυρία γελά δυνατά. Η κυρία. Ο κύριος. Ο δρόμος. Ο μεγάλος δρόμος. Υμηττού! Τσιγάρο στη μέση του δρόμου. Σακίδιο στην πλάτη. Ένα αυτοκίνητο κορνάρει. Το τηλέφωνο χτυπά. Στη μέση του δρόμου. Υμηττού και Ακαρνάνος γωνία.

Η απόσταση μεταξύ των ανθρώπων δεν είναι χιλιομετρική. Αυτή εκμηδενίζεται. Είναι που δεν ακουμπούν χέρια. Κρέμονται ένα δεξιά κι ένα αριστερά. Αμήχανα. Άνευρα. Χέρια μαριονέτας…

Τα καλοκαίρια μαζεύω πέτρες από τα θάλασσα. Πολύχρωμες. Βότσαλα. Λέω πως είναι λόγια που κάποτε θα ανταλλάξουμε με τους άλλους ανθρώπους. Μα, όταν πηγαίνω σπίτι, χάνουν το χρώμα τους. Ξεθωριάζουν. Νεκρά και ξεθωριασμένα. Οι κουβέντες! Οι ξεκάθαρες κουβέντες! Απλωμένες σαν ασπρόρουχα που μυρίζουν αλήθεια. Οι ξεκάθαρες κουβέντες που δε θα ανταλλάξουμε ποτέ.

Οι ταράτσες των πολυκατοικιών είναι θλιβερές. Θυμίζουν πόρνες που βγήκαν στη σύνταξη. Μια κεραία, ένα ντεπόζιτο, μια απλώστρα. Κουβέντες απλωμένες. Με δεμένα μάτια. Οι άνθρωποι. Μοιάζουν με τις ταράτσες. Θλιβεροί και θλιμμένοι. Μόνοι και μονοί. Σαν αριθμοί. Ένα εσύ, ένα εγώ.

Υμηττού! Δεν ενσαρκώθηκες ποτέ. Φύλλο. Το πήρε ο αέρας. Όχι το νερό! Αν σ’ έπαιρνε το νερό, θα έβρισκες δρόμο. Οι ιδέες φώλιασαν σε χαρτιά. Έγιναν πάλι σύμφωνα και φωνήεντα. Απέμειναν άπραγες. Άλλα να λες. Άλλα να κάνεις. Έτσι ζούμε σήμερα οι άνθρωποι. Με δήθεν! Φαμφάρες! Επανάσταση! Παχιά λόγια, πλουμιστά, με ξόμπλια! Η μεγαλύτερη επανάσταση ήταν κάποτε η αλήθεια! Κι έλεγες τότε πως θα πορεύεσαι με ειλικρίνεια και αλήθεια. Θα ήταν ένα βράδυ από εκείνα που έψαχνες να κουρνιάσεις σε ομολογίες του μέλλοντα.

Οι άνθρωποι δε μας θυμώνουν. Οι άνθρωποι μας απογοητεύουν. Μεγάλη τέχνη! Μήπως μας απογοητεύει όμως η φαντασία μας; Γράψτο, λέει η Κωνσταντίνα. Φτιάχνουμε τους ανθρώπους στα μέτρα μας. Στα δικά μας θέλω. Τους τοποθετούμε ψηλά. Η ανάγκη μας! Εκείνοι ήταν πάντα κάτι άλλο. Κι ύστερα η φωνή μας γίνεται ηχώ. Άνθρωποι πήλινοι. Κούφιος ο πηλός. Δικό μας κατασκεύασμα. Κι ύστερα η συντριβή. Η πτώση. Οι γενναίοι πέφτουν, αφού πρώτα σκοτώσουν αυτό που νοιάστηκαν.

Η μνήμη μου κυριαρχεί. Κάθε λεπτομέρεια στο χαρτί. Αποδείξεις. Μα ούτε μια μελωδία. Σαν αδυσώπητη μοναξιά.

Υμηττού! Ατέλειωτος δρόμος. Μια ευτραφής κυρία μού σκουπίζει τα μάτια. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά. «Να μη θρηνείς τις απώλειες. Ο κύκλος της ζωής! Εκείνοι που δίνονται, κομμάτια του κόσμου. Χαλί στα πόδια των άλλων. Άνθρωποι κι άνθρωποι τους είχαν σωσίβια μέχρι να πιάσουν στεριά. Να πατήσουν γη. Κι ύστερα τους άφησαν μόνους στο πέλαγος. Μη θρηνείς.»

Υμηττού! Ατέλειωτος δρόμος. Τρεις μέρες ταξίδι. Η λύπη μου δε λείπει. Λύπη, λυπημένος, παυσίλυπον! Άνθρωποι που γοητεύουν κι άνθρωποι που απογοητεύουν.

Τη λήθη τη νικά η μνήμη πάντα. Όσα καταχωνιάσαμε βρήκαν χαραμάδα. Γέμισαν σχέδια τα μπράτσα μας. Έστησαν φράχτες στις καρδιές μας. Ξεχάσαμε πως εντιμότητα σημαίνει να μην συμπεριφέρεσαι όπως συμπεριφέρονται εκείνοι που κατακρίνεις. Η εντιμότητα είναι στην εξουσία μας. Να μπορούσαμε μονάχα να μπαίναμε για λίγο στη θέση του άλλου!

Υμηττού! Κατηφορίζω. Ο δρόμος που τελειώνει δεν άφησε ούτε μια μνήμη ακέραια, ατόφια, ειλικρινή. Πολύβουος δρόμος! Τόσος θόρυβος που χάθηκαν οι λέξεις σαν τους ανθρώπους που τις ξεστόμισαν…

*Ο τίτλος στίχος από το αγαπημένο μου «Τα μικρά απελπισμένα σου αντίο». Στις απώλειες που θα αποχαιρετούμε με αντίο.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X