«Ενδέχεται, μέσω της γραφής μου να αγγίζω ακριβώς αυτή την τρέλα: μόλις μετά βίας κατορθώνω να κρατηθώ στις παρυφές, το ένα πόδι μου πάντοτε γλιστρά στην άβυσσο». Αυτά τα λόγια ανήκουν στη λογοτέχνη, Ελφρίντε Γέλινεκ, ενσωματωμένα στο βιβλίο «Εκ Βαθέων» που αποτελεί μία προσωπική της συνέντευξη. Μία συγγραφέας με ιστορία, δύσκολα παιδικά χρόνια και με ξεκάθαρη τάση για…βιβλιοφαγία.

Γεννιέται στις 20 Οκτωβρίου του 1946, 100 χιλιόμετρα νοτιότερα της Βιέννης, στο Μύρτσουσλαγκ, στη Στυρία, στην οικογενειακή κατοικία της μητέρας της. Η γέννησή της εκεί «τυχαία» όπως περιγράφει η ίδια καθώς «και από τις δύο μεριές της οικογένειάς μου είμαστε Βιεννέζοι, πάντοτε ζούσαμε στη Βιέννη».

Η «φωνή για όλους τους άλλους»,  η «μορφή αντιπολίτευσης», ή αλλιώς η «αντιπρόσωπος κάτι άλλου παρά του ίδιου της του εαυτού» τον Οκτώβριο του 2004 λαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η Σουηδική Ακαδημία αποφασίζει να τιμήσει τη φωνή της, την ξεχωριστή γραφή και το έργο της. Χαρακτηριστικά όπως ανέφερε τότε «απονέμεται το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Ελφρίντε Γέλινεκ για τη μουσική ροή του λόγου της, του αντιλόγου σε μυθιστορήματα και θεατρικά έργα, τα οποία με ασυνήθιστο γλωσσολογικό ζήλο αποκαλύπτουν τον παραλογισμό των στερεοτύπων της κοινωνίας και τη δύναμή τους να υποδηλώνουν».

Οι σπουδές της απλές όπως και η ίδια. Το διάστημα 1964-1967 την βρίσκει να σπουδάζει Ιστορία της Τέχνης στο τμήμα Θεατρολογίας, παρακολουθώντας παράλληλα μαθήματα μουσική στο Ωδείο. Η συγκεκριμένη περίοδος ήταν ιδιαζόντως καθοριστική για την Ελφρίντε Γέλινεκ. Αντιμετώπισε «οξεία κρίση άγχους», καθώς η αιφνίδια ελευθερίας της προκάλεσε σοκ, όπως λέει και η ίδια, «μου έκοψε τα πόδια και με έριξε κατά γης».

Η γενεαλογία της οικογένειάς της πολύ περίεργη, όπως και για την πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν στη Βιέννη. «Στην ανατολική πλευρά της Αυστρίας όλοι προερχόμαστε από ένα μείγμα διαφορετικός εθνοτήτων και θρησκειών, από μία ανάμειξη που οφείλεται στις μεταναστεύσεις. Όσον αφορά την οικογένειά μου, αυτή είναι ένα μείγμα εβραϊκό, βαλκανικό και τσεχικό», εξηγεί η ίδια στο «Εκ Βαθέων».  Η οικογένειά της, βέβαια, θα επηρεάσει αναμφίβολα το έργο της.

Ο πατέρας της, Φρήντριχ, είχε ταπεινή καταγωγή. Η μέλλουσα τότε συζυγός του, Όλγα, μητέρα της Ελφρίντε, προερχόταν από την καλή αστική τάξη. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μία βίαιη σύγκρουση μεταξύ των δύο διαφορετικών κοινωνικών και πολιτισμικών κύκλων. Η προσαρμογή θεωρούταν απαραίτητη. «Με ενέπνεε σε μεγάλο βαθμό αυτό το γεγονός», αναφέρει χαρακτηριστικά. Μπορεί για ένα μεγάλο διάστημα να αισθανόταν πως το χάρισμα της γλώσσας της μεταδόθηκε μόνο από την εβραϊκή μεριά του πατέρα της, εντούτοις, στη γλώσσα της μητέρας της παρατηρούταν δηκτικότητα και χιούμορ.

Η ίδια με θάρρος δεν διστάζει να αποκαλέσει «ψυχασθενή» τον πατέρα της, τονίζοντας πως «στην ηλικία που θα μπορούσα να έλθω πιο κοντά του και να συνεννοηθώ μαζί του, εκείνος ήταν ήδη στην ψυχιατρική κλινική». Άλλωστε, σε πολλά κείμενά της μπορεί κάλλιστα να «συναντήσει» την απούσα η κατεστραμμένη πατρική μορφή. Σε ορισμένα από τα έργα της το πατρικό πρόσωπο είναι «βουβό, άρρωστο, ανάπηρο ή τρελό». «Προπάντων στο μυθιστόρημα «Η πιανίστρια», διότι προφανώς είναι ό,τι πιο βιογραφικό έχω γράψει.

Συγκεκριμένα, υπάρχει μία σκηνή όπου περιγράφεται η εισαγωγή του πατέρα στην ψυχιατρική κλινική και ο τρόπος με τον οποίο η κόρη πάιρνει τότε το μπαστούνι του πατέρα με τη φροϋδική σημασία του όρου. Πρόκειται για μία εικόνα που δεν την είχα συνειδητοποιήσει και μου την αποκάλυψε  κάποιος. Είναι σαν να έχει γίνει η κόρη υποκατάστατο του πατέρα στα μάτια της μητέρας της», απαντά η ίδια.

Πότε όμως η Ελφρίντε Γέλινεκ άρχισε να γράφει πραγματικά; Η οικογενειακή της… κόλαση αποτυπώνεται στην όμορφη μητέρα της, η οποία βρέθηκε με έναν σοβαρά άρρωστο άνδρα, οδήγησαν την ίδια σε κατάσταση «νευρωτικού ανθρώπου». Υπ’ αυτές τις συνθήκες ξεκίνησε να γράφει πραγματικά. Στην αρχή έγραφε μόνο ποιήματα και εν συνεχεία πρόζες. Μπορεί μικρή να ήθελε να γίνει…γιατρός, αλλά γρήγορα κατάλαβε τι έχει μέσα στην ψυχή της. Οι συνθήκες, άλλωστε, την βοήθησαν πολύ… Δεν είχε καμία κοινωνική ζωή, ελλείψει χρόνου, ήταν απομονωμένη και αποκομμένη από όλους του ανθρώπους του περίγυρού της. Αυτό καθόρισε και τη ζωή της.

Η απομόνωση της και ο φόβος να «γνωρίσει» τη ζωή, την οδήγησε στην βιβλιοφαγία. Κατάλαβε γρήγορα την επιφάνεια των πραγμάτων και έτσι, όπως λέει και η ίδια, «έπεσα με τα μούτρα στα βιβλία». Γι αυτό κι όταν άρχισε να γράφει η σχέση της με την πραγματικότητα δεν ήταν πολύ καλή. «Πάντοτε είχα την αίσθηση, ακόμη και όταν γράφω, ότι δεν γνωρίζω την πραγματικότητα και συνεπώς δεν μπορώ να την περιγράψω παρά μόνο διαμέσου των αντανακλάσεών της», εξηγεί χαρακτηριστικά η Ελφρίντε. Ωστόσο, η πρώτη προσπάθειά της να καταγράψει την πραγματικότητα συναντάται στο βιβλίο της «Οι ερωμένες», όπου «αποκαλύπτει» τον μηχανισμό των κοινωνικών σχέσεων, μέσω του παραδείγματος της προλεταριακής νεολαίας.

Τελικά, μέσω της γραφής της η Ελφρίντε Γκέλινεκ, «άγγιξε» αυτή την τρέλα που περιγράφει. Το ένα της πόδι πάντοτε γλιστρά στην άβυσσο. Άλλωστε η ίδια χαρακτήριζε τον εαυτό της «νευρωτικό» άτομο και τον πατέρα της «ψυχασθενή». Αν δεν ήταν αυτή η… τρέλα, ίσως να μην είχε φτάσει στην ύψιστη διάκριση λογοτέχνη, δηλαδή στην απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Mίλτος Σακελλάρης

Σχόλια

X