Σαν ιστορία βγαλμένη από παραμύθι μου ακουγόταν. Δεν επέμενα όμως ποτέ με ερωτήσεις. Απλά καθόμουν εκεί και άκουγα. Ιστορίες ενός έρωτα. Για κάποιους μια κοινή ιστορία. Για εκείνη όμως μοναδική. Μου άρεσε πάντα ο τρόπος που μου περιέγραφε την παλιά της εικόνα. Καθώς μου έλεγε, ήταν μια νεαρή, ατίθαση και λίγο επαναστάτρια γυναίκα, η οποία ήθελε να γευτεί όλες τις χαρές και τις λύπες της ζωής. Κι εκεί στα πρώτα της σκιρτήματα, όταν ζητούσε σαν τρελή να βιώσει την ένωση, εκείνη την πρωτόγνωρη ηδονή που τις περιέγραφαν οι γύρω της, εμφανίστηκε αυτός. Μα τα χρόνια πέρασαν, κι όσο όμορφη ιστορία κι αν ήταν, κράτησε για λίγο. Κανείς όμως δεν ξέχασε. Είχαν τις αναμνήσεις τους για συντροφιά. Ο ένας στην μεγάλη πόλη και ο άλλος κάπου μακριά στην επαρχία. Μια ιστορία δυο ατόμων που τελικά άφησαν τον έρωτα ως τελευταία επιλογή. Ήταν δική τους επιλογή λοιπόν να χαθούν. Και σήμερα ήταν αργά για να αλλάξουν γνώμη. Πολύ αργά.

Θα είχε περάσει ώρα πολλή, όταν ξαφνικά ένιωσα την παρουσία μιας σκιάς πίσω μου. Προτίμησα να την περιεργαστώ πρώτα πριν κοιτάξω προς το μέρος της. Μου έμοιαζε σαν τη σκιά ενός γέρου, όχι πολύ ψηλού. Ένιωσα κάτι το οικείο. Έτσι γύρισα. Μα φυσικά ήταν εκείνος. Εκείνος που περίμενε και που γι’ αυτόν μου μιλούσε ατελείωτες ώρες. Κι εγώ ταξίδευα με τα λόγια της. Ήρθε λοιπόν. Ώρα να τους αφήσω μόνους. Σηκώθηκα μα δεν έφυγα, στάθηκα κάπου κοντά για να τους βλέπω.

Ο άντρας ήταν όντως αρκετά κοντός όπως είχα καταλάβει από τη σκιά του. Είχε λίγα άσπρα μαλλιά μα πυκνή γκρίζα γενειάδα. Κρατούσε ένα κομπολόι φτιαγμένο από κεχριμπάρι, με το οποίο έπαιζε με τα λεπτά, ίσως κι αδύναμα, χέρια του. Έτσι μου έμοιαζαν εμένα, αδύναμα.

Φαινόταν αμήχανος. Έκανε λίγες βόλτες στο δωμάτιο, μη ξέροντας που να σταθεί. Τελικά αποφάσισε να κάτσει στην καρέκλα που καθόμουν εγώ πριν, ακριβώς δίπλα της. Της χάιδεψε τα μαλλιά, το πρόσωπο κι ύστερα κράτησε τα χέρια της. Δε μιλούσε. Εξάλλου διέκρινες τον πόνο στα μάτια του, δε χρειαζόταν να μιλήσει. Έφυγα από το δωμάτιο της. Έκατσα μόνη σε ένα καναπέ του διαδρόμου. Κόσμος πήγαινε, κόσμος ερχόταν.

Ο καιρός είχε ζεστάνει. Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά. Ήταν η αγαπημένη της εποχή. Εκείνες τις ζεστές μέρες λοιπόν, όταν ερχόταν η ώρα για την εξέταση, συνήθως με έπαιρνε στην αυλή του νοσοκομείου και μου διηγιόταν τις γνωστές δικές της ιστορίες από τη νιότη της. Την διέκοπτα που και που με ερωτήσεις. Να μου πει πώς αισθάνεται, αν είχε κάποια αδιαθεσία, κι έπειτα συνέχιζε. Λάτρευε, όπως μου έλεγε, να φεύγει απ’ την πόλη και να ξεχνιέται ολημερίς σε μια παραλία ενός μικρού νησιού. Έκανε όλα όσα δεν μπορούσε να κάνει στην πόλη. Κι αυτό την έκανε να νιώθει πως άλλαζε, έστω και για λίγο, τη ζωή της. Αισθανόταν ελεύθερη. Αγαπούσε το διάβασμα και είχε πάντοτε ως συντροφιά τα αγαπημένα της βιβλία. Ακόμα κι εδώ στο νοσοκομείο την έβλεπα συχνά να κάθεται στο μικρό μπαλκονάκι του δωματίου της και να διαβάζει. Κι όταν έφτανε η ώρα να ακούσω την καρδιά της, μου μιλούσε για την αγαπημένη της συνήθεια. Ήθελε, ύστερα από κάθε της ταξίδι, να θυμάται το λιμάνι της επιστροφής. Καθόταν εκεί κάθε φορά και προσπαθούσε να φωτογραφίζει τους ανθρώπους. Είτε ήταν ταξιδιώτες είτε εργαζόμενοι, επισκέπτες ή απλοί περαστικοί. Γελούσε με τους τουρίστες και της άρεσε να χαζεύει εκείνους που μετέφεραν ζωάκια. Κι εγώ χαμένη στα λόγια της έφτιαχνα εικόνες στο μυαλό μου. Κι αναρωτιόμουν αν όντως όλα αυτά είναι αλήθεια ή τα σκαρφίζεται ο νους της.

Κάποια στιγμή όταν ξύπνησα από αυτούς τους συλλογισμούς, έψαξα εκείνον τον άντρα που πριν λίγο είχε κάτσει δίπλα της, δίχως να μιλά. Μα δε τον έβρισκα πουθενά.

Τότε την πλησίασα για να μη την αφήσω μόνη της. Είδα στα χέρια της πως κρατούσε ένα κομπολόι. Το βαστούσε τόσο σφιχτά, λες και είχε βάλει όλη της τη δύναμη εκεί!

Ξαφνικά, και χωρίς να πούνε πολλές κουβέντες, πλησίασαν κάτι κύριοι ψηλοί, γεροδεμένοι και με κινήσεις σχεδόν χορογραφημένες, την πήραν στην αγκαλιά τους. Μου είπαν πως είχε έρθει πια η ώρα. Τους έγνεψα καταφατικά. Καθώς, λοιπόν, την κρατούσαν στην αγκαλιά τους κι εγώ ακολουθούσα βουβή από πίσω, έβλεπα τον δρόμο πως διαγραφόταν στα πόδια μας. Απέραντος. Σα να περπατούσαμε εκεί πολλές ώρες. Ύστερα έριξα μερικές κλεφτές ματιές γύρω μου. Εκείνος δεν ήταν πουθενά. Θέλησε να κρυφτεί, να μη δει εκείνο το τελευταίο της ταξίδι. Κι ας γνώριζε καλά πόσο πολύ θα ήθελε την παρουσία του εκεί. Για μια τελευταία του ματιά, ένα τελευταίο του χάδι, ίσως κι ένα τελευταίο του φιλί.

Σχόλια

X