Μια φορά κι έναν καιρό, έγινε ένας πόλεμος. Κι όταν τελικά αυτός ο πόλεμος κερδήθηκε, η πρωτεύουσα των νικητών γέμισε αψίδες θριάμβου και στρώθηκε με λουλούδια άσπρα, κόκκινα και ροζ. Εκείνες οι ανοιξιάτικες μέρες έμοιαζαν ατελείωτες, οι στρατιώτες επέστρεφαν νικητές παρελαύνοντας στην κεντρική λεωφόρο κάτω από τους ήχους των τυμπάνων και των πνευστών, ενώ οι έμποροι και οι υπάλληλοι άφηναν τους μικροκαβγάδες και τα τεφτέρια τους και συνωστίζονταν στις βιτρίνες στρέφοντας τα χλωμά πρόσωπα τους με σεβασμό στα στρατιωτικά αγήματα που παρήλαυναν.

Η μεγάλη πόλη ποτέ δεν είχε ξαναζήσει τέτοιες δόξες, γιατί ο νικηφόρος πόλεμος έφερνε μαζί του πλούτη και αφθονία, και οι έμποροι έρχονταν κατά κύματα από το Νότο και τη Δύση για να λάβουν μέρος στα επινίκια συμπόσια και να απολαύσουν τις εκδηλώσεις και τα θεάματα που είχαν οργανωθεί, και με την ευκαιρία αγόραζαν για τον επερχόμενο χειμώνα γούνες για τις γυναίκες τους, και χρυσοποίκιλτες πλεχτές τσάντες, και πολύχρωμα μεταξωτά πασούμια, και ροζ σατέν μεσοφόρια, και οπωσδήποτε χρυσά υφάσματα.

Οι γραφιάδες και οι ποιητές των νικητών περιέγραφαν τόσο χαρούμενα και τόσο μεγαλόστομα την επικείμενη ειρήνη και ευδαιμονία, που όλοι και περισσότεροι πλούσιοι επαρχιώτες έρχονταν στη μεγάλη πόλη για να ξοδέψουν τα χρήματα τους, να γευτούν τη δόξα και να δοκιμάσουν το μεθυστικό κρασί της νίκης, με αποτέλεσμα οι έμποροι όλο και πιο γρήγορα να ξεπουλούν τα μπιχλιμπίδια και τα πασούμια τους, κι ύστερα εύχονταν να είχαν κι άλλα αποθέματα για πούλημα, και ύψωναν απελπισμένα τα χέρια τους στον ουρανό λέγοντας:

«Αλίμονο! Τέλειωσαν τα πασούμια! Αλίμονο! Τέλειωσαν και τα μπιχλιμπίδια! Τι θα κάνουμε τώρα; Ένας Θεός ξέρει!»

Όμως κανένας δεν έδινε σημασία στις διαμαρτυρίες τους, γιατί τα πλήθη ήταν απασχολημένα παρακολουθώντας τα τμήματα του Πεζικού που περνούσαν μέρα με τη μέρα από τη λεωφόρο παρελαύνοντας καμαρωτά, και όλοι χαίρονταν, γιατί οι νέοι άντρες επέστρεφαν σπίτια τους αγνοί και γενναίοι, με γερά δόντια και κόκκινα μάγουλα, και οι νέες γυναίκες της περιοχής -τους περίμεναν- όμορφες στο πρόσωπο και στο σώμα, και κυρίως παρθένες.

Το διήγημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Πρωτομαγιά, περιλαμβάνεται στο βιβλίο Ιστορίες από την εποχή της Jazz (εκδόσεις Σοφίτα, 2015, μεταφρ. Γιάννης Μπαζός), για το οποίο ο συγγραφέας σημειώνει πως «Παραδίδω αυτές τις ιστορίες από την Εποχή της Τζαζ στα χέρια αυτών που διαβάζουν καθώς τρέχουν, και τρέχουν καθώς διαβάζουν».

Σχόλια

X