Παρασκευή. Εγερτήριο από εφιάλτη. Τριπλός ελληνικός. Πέντε τσιγάρα. Ο Τάπας στην πόρτα περιμένοντας τη βόλτα, ο Φέλιξ με αυθάδεια μπερδεμένος στα πόδια μου, τα τζιτζίκια υπενθυμίζοντας το σύντομο πέρασμα από τη ζωή.

Αύγουστος. Διακοπές, άδειες, σταφύλια, φεγγάρια, ρούχα ασιδέρωτα, φέτα καρπουζιού, γάμοι φίλων, χωρισμοί, γεννήσεις παιδιών, έρωτες σε παγκάκια και σοκάκια, παράνομοι και νόμιμοι, ηθικοί και ανήθικοι, άνθρωποι που έρχονται, άνθρωποι που φεύγουν, σχέσεις που αλλάζουν, υποσχέσεις καλοκαιρινές, φίλους που αποχαιρετάς και καλωσορίζεις, μετουσιωμένες αγάπες, κι εσύ που κοιτάς το είδωλο σου στον καθρέπτη και διαπιστώνεις πως οι άσπρες τρίχες πολλαπλασιάστηκαν!

Αν διάλεγα μια λέξη για να κολλήσω δίπλα σε τούτη τη ρημάδα τη ζωή θα ήταν «φευγιό»! Το δικό μας, των άλλων, το προσωρινό, το μόνιμο, το αφρόντιστο, το απροειδοποίητο, το ατιμώρητο! Σαν κασέλες απομένουμε οι άνθρωποι που τις άδειασαν και πήραν τα ασπρόρουχα! Σαν τρένα που κατέβηκαν όλοι οι επιβάτες κι εμείς συνεχίζουμε! Σαν χωριά που ερήμωσαν όταν έφυγαν οι παραθεριστές!

Μέτρα μεροκαματιάρηδες της αγάπης! Μέτρα νυχτοκάματα στα μπαρ ψάχνοντας έναν άνθρωπο να ακουμπήσουμε την ψυχή μας! 21 γραμμάρια ο καθένας! Τόσο είναι το απόβαρο! Κι αυτό ασήκωτο τις περισσότερες φορές!

Και ετούτη η πόλη που δεν έχει άκρη! Και η άκρη δεν έχει πόλη! Τα σαρδάμ που φτιάχνουν φράσεις! Κνωσού, Δημοκρατίας, Ακαδημίας, Θερίσου, 62 Μαρτύρων, Λεβήνου, Παπαναστασίου! Τόσο μεγάλοι δρόμοι! Τι μου φταίει το ζωντανό! Γαυγίζει και διαμαρτύρεται! Κουράζεται. Είναι μικρούλης. Όλες οι σκέψεις στα πόδια μου! Ψευδαίσθηση ότι τις πατάς! Τις κουβαλάς, τις σέρνεις και σε σέρνουν, σε πιάνουν από τα μαλλιά, σου στραγγίζουν το μυαλό!

Τόσοι παραθεριστές στη ζωή μας. Μέτρα! Πόσους μίσχους έκοψαν! Πόσα λουλούδια έκλεψαν! Πόσες κρυφές σκέψεις μοιράστηκες! Δεν πήραν φεύγοντας τα κλειδιά. Ήξερες…

Όταν φεύγω από το πατρικό μου η μάνα μου στέκει στη βεράντα. Λίγο πριν χαθώ την ακούω να λέει: «Πρόσεχε! Μην τρέχεις!» Χθες μου το ‘γραψε και η Μαρία. «Κλειώ, πρόσεχε…» Με τρεις τελείες. Ξέρεις, εκείνες που λένε κι άλλα που δε φαίνονται. Πάντα αγαπούσα τις τρεις τελείες. Η μία έβαζε τέλος. Ήξερες… Σαν τα αφημένα κλειδιά στο τραπεζάκι του σαλονιού που δεν τα πήρε φεύγοντας.

Πάντα τρέχω. Με τα πόδια, με το αμάξι, με το ποδήλατο, με τη σκέψη, με την καρδιά, με το νου! Και ούτε μια φορά δεν πρόσεξα ούτε τον προορισμό, ούτε τη διαδρομή, ούτε τη μοναξιά μου. Περίμενα μια βροχή να τα πλύνει όλα! Εκείνη ξέρει τη δουλειά της…

Κοιτώ το αίμα μου μέσα στα μικρά μπουκαλάκια. Τι παράξενο χρώμα. Βαθύ κόκκινο. Και σκέψου πως από αυτό το χρώμα γίνονται όλα. Και η ζωή και ο θάνατος!

Το κοντέρ στην επιστροφή έδειχνε 120. Και μια ένδειξη για βλάβη. Μαζί με τα ασιδέρωτα, τα αποτελέσματα των εξετάσεων, τη συζήτηση που πρέπει να κάνουμε, το mail στη Σοφία, να θυμηθώ να πάρω τηλέφωνο και το μηχανικό…

Σχόλια

X