Το «Πως τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε;» κυκλοφόρησε το 1999. Περιέχει  ποιήματα, σχέδια, μικρά κείμενα και διαλόγους, αποφθέγματα, σκόρπιες σκέψεις και στίχους – κάποιοι είχαν ήδη γίνει ή έγιναν τραγούδια σε προσωπικούς του δίσκους, όπως τα «Ποιος Καίγεται Απόψε», «Είδα Έναν Άντρα Να Πέφτει».

 

Άτιτλο

Πριν αρχίσουν όλα
Είχαν κιόλας αρχίσει
Πριν φτάσω ήμουν ήδη εκεί
Τα ίχνη μου και ο δρόμος προϋπήρχαν
Τ’ ακολούθησα
Βρήκα ένα σπίτι στις φλόγες
Μπήκα μέσα και του ‘βαλα φωτιά.

Άτιτλο

Καταραμένη γυναίκα,
μου έμαθες τόσα πολλά
δεν πρόκειται να στο συγχωρήσω ποτέ.

Οι καλύτεροι της ράτσας μας

Οι καλύτεροι της ράτσας μας γίνονται φονιάδες
Ακολουθούν σε απόσταση ασφαλείας
οι ποιητές
οι παραμυθάδες
οι τερατολόγοι γενικώς
Μερικές χιλιάδες έτη φωτός πιο πέρα
Πλατσουρίζουν αγέλαστοι κι ανόρεχτοι
Στα στάσιμα νερά της μετριότητας
Οι όμηροι του φόβου

Άγνωστη Χ

Με σκαλίζεις σαν ξερό χωράφι
Κι ό,τι σάπιο και άχρηστο βρίσκεις το αγαπάς
Το χρυσάφι μου το πετάς στα σκουπίδια
Αναλογίζομαι την ώρα που θα φεύγεις
Νομίζοντας πως πήρες ό,τι ήθελες να πάρεις
Δίχως ποτέ να σου περάσει απ’ το μυαλό
Πώς πήρες ό,τι σου άξιζε να πάρεις

Μητέρα θλίψη

Φανερώσου
Με τα σκοτάδια σου να χαμογελούν
Την πέτρινη αγκαλιά σου να ορέγεται ακόμη
Στρατιές μοναχικών δημίων
Τους πειρατές των εφτά σκουπιδότοπων
Με τις λιγδιάρικες στολές τους
Να λαμπυρίζουν
Στη διάταξη των μικρών και των μεγάλων φαλλών
Αναλογίσου όλους εμάς
Που καρτερούμε τυλιγμένοι σε μολυσμένες ρόμπες
Με παντόφλες και κέρατα
Ρίχνοντας χαμόγελα νάρκες στους καχύποπτους γείτονες
Όλους εμάς
Που φτυαρίζουμε αποκαμωμένοι το σκοτάδι
Με υπεριώδη βλέμματα
Και στρώνουμε δείπνα συντροφικά
Και μοιραζόμαστε ψίχουλα μπαγιάτικιας δόξας
Και μουχλιασμένους μύθους
Αναλογίσου μας και φανερώσου
Με το επίσημο σου ένδυμα
Με τα δόντια σου τα κοφτερά τα δίκαια
Ροκάνισε το θάνατο
Που καρφιτσώθηκε στα κόκαλα μας
Και ξαναβάφτισέ μας γιους σου
Φανερώσου
Μητέρα θλίψη
Δεν την αντέχουμε πια
Τόση ορφάνια

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς που σκύβουν
Πάνω από ένα καθαρό κομμάτι χαρτί
Μέσα σε βρόμικες διαλυμένες κάμαρες
Γεμάτοι οργή κι απόγνωση
Αποφασισμένοι ωστόσο
Να το λεκιάσουν με λέξεις
βρόμικες λέξεις
άγιες λέξεις
λέξεις κλειδιά
ιδέες φαντάσματα
λυτρωτικές φράσεις

Θέλω να γνωρίσω όλους αυτούς τους μανιακούς του λόγου

Να γλείψω το μελάνι από τα δάχτυλα τους
Να φιλήσω τα παραμορφωμένα τους μέτωπα
Να συμμαζέψω τις τσαλακωμένες τους ονειρώξεις
Να διορθώσω τα ορθογραφικά λάθη του έρωτα τους
Να τους καθησυχάσω
Να τους πείσω πως δε χρειαζόμαστε άλλο αίμα γι’ απόψε
Πως χορτάσαμε
Κι ύστερα να τους βάλω στο κρεβάτι
Και να τους νανουρίσω

Η εποχή των σκιών

Είμαστε εδώ
Χωρίς να είμαστε
Αναπνέουμε
Περπατάμε
Μισούμε
Αγαπάμε
Αγοράζουμε
Πουλάμε
Μόνο και μόνο
Για να δικαιολογούμε
Την απουσία μας
Πώς μπορεί να ονομάζεται
Ένας κόσμος
Φτιαγμένος από σκιές
Ανύπαρκτων σωμάτων
Οι καθρέφτες αποτυπώνουν
Εντυπώσεις δυνατών ψευδαισθήσεων πόνου
Είμαστε όλοι
Ασθενικά αιμορραγούντα φαντάσματα
Μάταια προσπαθούμε ν’ αφήσουμε τα χνάρια μας
Για την εποχή των πραγμάτων
Που θα ακολουθήσει
Τη δικιά μας εποχή των σκιών

Για την σχιζοφρένεια

Η σχιζοφρένεια είναι μία υγιής αντίδραση της ψυχής και του πνεύματος ενάντια στην σταθερή και ανελέητη εξουσία του χρόνου.

Για τον φόβο

Και ο πιο μεγάλος φόβος μου
Φοβάται μη και δεν τον φοβηθώ.

Για τούτο το κακόμοιρο κορμί.

Θυμήσου
Κι αν ακόμη υπάρχει αθανασία
Στο πνεύμα σου θα προσφερθεί
Τούτο το κακόμοιρο κορμί
Να στηριχτεί
Ούτε μια τόση δα ψευδαίσθηση δεν έχει
Μόνο κρεβάτια καταβόθρες
Βάναυσα αγκαλιάσματα
Πρόσκαιρα τιποτένια μελανώματα
Δαγκωματιές ρηχές
Λιποταξίες
Να προσδοκάς τη σκόνη
Αυτό δεν είναι άλλοθι

Η σκέψη λένε πως τρέχει

Η σκέψη λεν πως τρέχει
Πιο γρήγορα απ’ το φως
Μα αν είναι να βρεις την αγάπη σου
Όσο κι αν βιάζεσαι
Καλύτερα ξεκίνα με τα πόδια

Μία ευχή

-Κάνε μία ευχή με μία λέξη
-Όχι πόνος
Μα αυτές είναι δύο
Στ’ αρχίδια μου

Happy end I

-Έι μάνατζερ, έχω κάτι δάκρυα για πούλημα
-Επιτέλους, πάνω που σε νόμιζα ξοφλημένο!
-Πιο πολύ γι ‘αυτό έκλαψα
-Έλα στην αγκαλιά μου, μεγάλε μου αρτίστα,
Πληγωμένο μου σκυλί,
Σ’ αγαπώ σαν φουσκωμένο πορτοφόλι!

Happy end II

-Έι μάνατζερ, έχω κάτι φόβους για πούλημα
-Αληθινούς?
-Αληθινούς
-Ανελέητους?
-Ανελέητους
-Πρωτότυπους?
-Ξέρω γω?
-Δώσ’ μου να καταλάβω!
-Να, καμιά φορά φοβάμαι πως ο κόσμος αναπνέει μες στην κωλοτρυπίδα σου
-Σ’ αγαπώ, λατρεμένε μου μπάσταρδε,
Σ’ αγαπώ σαν τα ρουθούνια μου

Παράξενος άνθρωπος

Παράξενος διεστραμμένος άνθρωπος που ήταν
Τόση ομορφιά τριγύρω του
Κι αυτός χαιρόταν

ΑΠΟΗΧΟΙ

Καθισμένος στο κέντρο της μικρής μου αυλής
Νηφάλιος παρατηρώ
Την αγωνιώδη τρεχάλα της σκιάς μου
Γύρω γύρω στον ορίζοντα
Πού και πού φτάνουν στ’ αφτιά μου
Οι απόηχοι από τις απόκοσμες στριγκλιές της
«Είμαστε περικυκλωμένοι απ’ το Θεό
Είμαστε περικυκλωμένοι απ’ το Θεό
Χωρίς ελπίδα
Ανέτοιμοι»

ΛΕΞΕΙΣ

Λέξεις λέξεις λέξεις

Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να ‘ρθει σήμερα τι απέγινε;
Τραγούδησε ο ουρανός το τρυφερό τραγούδι του;
Για ποιον;
Που ήμουν εγώ;

Λέξεις λέξεις λέξεις

Ικέτευες και εκλιπαρούσες για ένα βηματάκι
Την ώρα που χιλιόμετρα μπορούσες να διανύσεις
Γύρω σου οι πάγοι λιώνανε
ποτάμια ορμητικά γεννιόνταν

Και συ σαν βράχος έστεκες κι αφουγκραζόσουν
Λέξεις
Νύχτωσε πάλι
Η μέρα που ήταν να ‘ρθει σήμερα τι απέγινε;

Σχόλια

X