Γεννηθείς του ’49. Έτσι συνηθίζει να λέει. Χρησιμοποιώντας μετοχή παθητικού αορίστου. Το 1967 ήταν 17. Άγουρο παλικαράκι. Η είδηση τον βρήκε στο αμπέλι. Είχε φυλλώσει, ετοίμαζε τον καρπό. Του πήγε η Θειά η Μελετάκενα φαΐ. «Παραίτα Δημητρό. Εγίνηκε επανάσταση». Άφησε τα σύνεργα στο χωράφι. Το φαΐ το ξέχασε σε μια ρίζα ελιάς. Έτσι κι αλλιώς δεν πήγαινε μπουκιά κάτω. Όταν έφτασε στο χωριό είδε μαζεμένο κόσμο. Ένα περιπολικό άδειαζε τα δυο καφενεία του χωριού. «Γρήγορα στα σπίτια σας. Απαγορεύονται οι μαζώξεις.» Φαντάσου! Απαγόρευση στις συγκεντρώσεις στην Κρήτη. Εδώ που ψάχνουν πάντα μια αφορμή να σμίγουν και να σκουτελοβαρίσκουν. Του στοίχισε. Πιο πολύ από όλα αυτό το «απαγορεύεται». Τότε κατάλαβε πως έγινε πραξικόπημα. Στην επανάσταση θα γλεντούσαν, θα έπιναν, θα έλεγαν εις υγείαν!

Εκείνη τη χρονιά το μαξούλι χάθηκε. Ως και το αμπέλι έχασε το κέφι του. Πώς να αντέξει τον καύσωνα και το λιοπύρι χωρίς ένα τραγούδι και μια μαντινάδα;

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα τον παίρνω τηλέφωνο.

-Μπαμπά, πες μου πάλι την ιστορία.

-Δεν την καλοθυμούμαι μπλιο. Μόνο πως ήτονε άνυδρη η χρονιά.

Άνυδρη και αγέλαστη και ατραγούδιστη και αχόρευτη! Επτά χρόνια χωρίς αέρα! Επτά χρόνια στο γύψο.

Η επανάσταση άργησε…

17 Νοέμβρη 1973. Τα νέα τον βρήκαν στο χωριό. Είχε ένα τραντζιστοράκι μικρό και άκουγε κλεισμένος στην αποθήκη με το κρασί. Κρυμμένος, αμίλητος, ενοχικός, λες και κουβαλούσε στις πλάτες του όλα τα μυστικά του κόσμου. Έβραζε το αίμα του. Χτυπούσε η καρδιά του δυνατά. Τα νιάτα έχουν ορμή, αποκοτιά, δύναμη, όνειρα, επανάσταση! Η Κρήτη μακριά. Μια θάλασσα εμπόδιο. Το βράδυ πήγε στο καφενείο. Άφοβα έκατσε και παρήγγειλε ρακή. Ο καφετζής απόρησε. Εκείνος έπινε πάντα καφέ.

Ίντα έπαθες Δημητρό;

Έχω χαρές. Βρεθήκανε ένα τσούρμο κουζουλοί και τα κατάφεραν. Λίγο το λες; Τελειώνει η βασιλεία τους. Λίγα είναι ακόμα τα ψωμιά τους.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε ήσυχα. Άκουγε όλη τη νύχτα τον Ξυλούρη να τραγουδεί. Η ξαστεριά ήταν κοντά. Ένα χέρι άπλωνες και την άγγιζες. Λίγο ακόμα. Μονάχα λίγο…

Τον παίρνω τηλέφωνο.

-Πες μου πάλι την ιστορία.

-Δεν τη καλοθυμούμαι. Εσείς όμως που είστε ακόμα νέοι να θυμάστε. Μη λησμονάτε. Εμάς μας φάγανε επτά χρόνια. Είχε νεκρούς, εξόριστους, βασανισμένους. Να μην πιστεύετε τίποτα. Και να μη φοβάστε. Να μπήχνεστε. Εμείς εδώ ήμασταν φοβιτσάρηδες. Να διεκδικείτε το δίκιο σας. Αυτό ήταν το μήνυμα του πολυτεχνείου.

Κλείνω το τηλέφωνο. Ακούω τον Ξυλούρη να τραγουδά. Αύριο είναι ημέρα μνήμης. Αύριο είναι ημέρα σεβασμού. Να υποκλιθούμε στην ελευθερία. Δεν υπάρχει πιο όμορφο πράγμα από εκείνη την ελευθερία που είναι γεμάτη άστρα…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X