Ιούνιος. Ζέστη. Θα βγω. Δε θα βγω. Να πάρω καπέλο. Δε θα πάρω. Με πνίγει. Όλα με πνίγουν. Μόνιμη θηλιά. Φιλοξενούμενος στο σώμα μου. Πρόσφυγας στη ζωή. Φτάνω μέχρι την πόρτα. Ξεκλειδώνω. Κλειδώνω πάλι. Αύριο. Αύριο θα βγω.

Καταπίνω λαίμαργα τον αέρα. Μπουκώνομαι φαϊ. Να μη μιλώ. Μόνο να ακούω. Κηδεύω απώλειες. Κάθε μέρα. Μέσα μου. Ένα χρόνο πένθος κάθε απώλεια. Ντρέπομαι που πενθώ. Οι περισσότεροι μου λένε πως σπαταλώ το χρόνο ανώφελα. Πως απομονώθηκα. Σπίτι. Δουλειά. Εγώ τους λέω πως όχι.

Τα μεσημέρια κάθομαι μέσα στο αυτοκίνητο. Κλείνω τα τζάμια. Κλείνω και τα μάτια. Ζέστη. Πολλή ζέστη. Ιούνιος μήνας. Και μπήγω τις φωνές. Δυνατά. Σφίξιμο στο στομάχι. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν αναγνωρίζω τίποτα. Με λένε….

Μπήγω τις φωνές. Εκεί μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού. Ώρες κοινής ησυχίας. Πρώτος στις συμβουλές. Σοφός. Άνθρωπος σοφός. Όταν δεν τρώγω θέλω να γίνω αόρατος. Γι’ αυτό. Μια ζωή στα άκρα. Σε τεντωμένο σκοινί.

Κηδεύω τις απώλειες. Τις θάβω βαθιά. Ξετρυπώνουν τις νύχτες. Ξεδιάντροπες πόρνες. «Δε σας θέλω, μωρέ! Δεν είστε δικές μου πια. Σας έθαψα.» Καμιά σκηνή δε μας άντεξε ποτέ. Κανένα χειροκρότημα δε μας έσωσε. Όλα εδώ ακαταλαβίστικα. Αόρατα σαν κι εμένα.

Έχω ένα συνηθισμένο όνομα. Ποτέ δεν το αγάπησα. Δε με αγάπησε ούτε κι αυτό. Έχω μια συνηθισμένη ζωή. Ήθελα να είμαι κάποιος άλλος. Ποιος είμαι; Τρώω πολύ. Μπουκώνομαι κάθε μέρα. Για να μη μιλώ. Καταπίνω το θυμό μου. Έχω δυο φτερά στο μυαλό μου. Σαν της κότας. Άχρηστα. Δεν πετούν. Κάνουν δυο φτερουγίσματα και μπάστα. Μέχρι εκεί φτάνει η φυγή. Όλο λέω πως θα φύγω κι όλο μένω εδώ. Τσιμέντο στα πόδια.

Ιούνιος. Όλες οι προσδοκίες των ανθρώπων πήραν πάλι τους δρόμους. Πάνω κάτω ίδιοι δρόμοι. Ζέστη. Θα βγω. Ψέματα λέω. Δε θα βγω. Δε βγήκα ποτέ. Μονάχα κρυβόμουν. Ντρέπομαι που κρυβόμουν. Μα συνήθισα. Δεν έμαθα άλλο. Τούτο με δίδαξαν. Με δίδαξαν ή το μιμήθηκα. Ήμουν καλός μίμος. Από παιδί. Ρωτήστε για μένα. Μίμος και μνήμων. Και τα δυο τα ‘χω. Όλα τα θυμάμαι. Μα πιο πολύ όσα με πόνεσαν.

Εσείς πονάτε; Αλήθεια, εσείς πονάτε; Δε σας πονάει τίποτα; Και τώρα που ήρθε πάλι το καλοκαίρι τα περιμένετε όλα; Εγώ τίποτα. Αλήθεια σας λέω. Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν περιμένουν τίποτα. Σα να έχασαν όλα τα τραίνα. Σα να μην πήγαν ποτέ στη στάση. Σα να μην είδαν ποτέ ένα φως.

Δε θα βγω. Μη με περιμένετε. Έσκισα τις σημαίες μου. Δεν ξέρω πια τι λέω. Δε θα σας κάνω να γελάσετε. Μη με περιμένετε. Και να σας πω και την αλήθεια! Τη δική μου. Μόνο τη δική μου. Θα θελα να ξεσπάσει μια μπόρα τώρα κατακαλόκαιρο να ‘χουμε μια δικαιολογία που δε βλέπουμε πέρα από τη μύτη μας. Αυτό χρειαζόμαστε. Μια καλή δικαιολογία. Τα άλλα όλα ψιλά γράμματα.

Ρωτήστε για μένα. Μίμος και μνήμων. Μη ρωτήσετε. Μόνο αυτά έχω. Σας τα λέω εγώ. Δε χρειάζεται να με γνωρίσετε. Εγώ δυο φτερά στο μυαλό. Φτερά κότας. Άχρηστα. Πουθενά δεν πας με αυτά. Εδώ θα μείνω. Ίδιος είμαι.

Ιούνιος. Μπάνια, καρπούζι, αντηλιακό, βιβλία, σκέψεις, φαί. Πολύ φαί. Για να μη μιλάμε πια. Να καταπίνουμε τους θυμούς μας και να τρίβουμε τις κοιλιές μας χορτάτοι…

*Οδυσσέας Ελύτης

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X