«Καλύτερα να είμαι ποιητής
Ή να πέσω νεκρός.

Μικρά παιδά είναι άγγελοι
Που κλαίνε στον δρόμο
Φοράνε αστεία καπέλα
Περιμένουν τα πράσινα φανάρια
Κουβαλούν σπασμένα σιφώνια
Στο λαιμό τους
Και πλανιούνται στους σιδηροδρόμους
Των μεγάλων πόλεων
Ψάχνοντας για τρένων μηχανές

Μες στο σκατό
Τρέχουν πέρα στην προκυμαία
Και ονειρεύονται την Κατάη
Γάντζο κατάρτια με Γλάρους
Αθανατοκενής σκέψης.»[1]

Καταρχάς το ερώτημα: Γιατί να γράφει κανείς για τον Τζακ Κέρουακ; Το ερώτημα φίλε μου είναι ηλίθιο… Και στα ηλίθια ερωτήματα η απάντηση καταλήγει στο μονολεκτικό: Έτσι!

Και ήταν αυτό το Έτσι που κίνησε τη σκέψη και το χέρι του Τζακ Κέρουακ να αποκτήσει σχέσεις ερωτικές με την γραφομηχανή του… Και ήταν πάντα εκεί που γεννιόταν το νέο… άκουγε τους πόνους του, την ώρα που η μαμή το ξεγεννούσε… το έβλεπε, το «έπλαθε» στην σκέψη του και το δημιουργούσε στη γραφομηχανή του. Σε μια βαθιά και διαρκή κατάσταση «Σατόρι», ο Τζακ Κέρουακ, τριγυρνούσε παρέα με τον «Εαυτό» του (όχι ως άλλο, αλλά όπως αυτός ήταν).

Και ήταν εκεί, όταν γεννιόταν το «beat», έτσι, εντελώς τυχαία, όταν ένα βράδυ (γύρω στα 1948) κατά την απαγγελία ενός ποιήματος φώναξε: «Πόσο beat μοιάζουμε όλοι…».  Μετά από αυτό η λέξη «beat» έμελλε να ταυτιστεί με ένα ολόκληρο κίνημα. Και φυσικά, ο Τζακ Κέρουακ, ήταν το πιο ζωντανό κύτταρο του κύκλου των beat λογοτεχνών.

Τι στο διάολο, όμως, ήταν αυτό που έτρεφε την σκέψη του. Ποιο ήταν αυτό το «γαμημένο frame» που ζητούσε για να ξαναφέρει στη μνήμη του τις… «Μάγκι Κάσιντι» όλου του κόσμου; Ποιο κλικ θα τον έκανε να ξαναπιάσει τη γραφομηχανή, να κλάψει, να χορέψει με την Μπελιντ, να ξαναπιεί με τους… «Αλήτες του Ντάρμα»; Μπας και ήταν η λογική του ηττημένου που είχε «πλαγιάσει» με την απογοήτευση; Γιατί αυτό το συναίσθημα είναι που ο Κερουάκ συνήθιζε να εντοπίζει στον εαυτό του αλλά και στους συντρόφους του. Στους συντρόφους του που μεγάλωσαν και ανδρώθηκαν κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά που ποτέ δεν μπορούσαν να ταυτιστούν με την στολή του «στρατιώτη ήρωα», ούτε μπόρεσαν ποτέ να «χωρέσουν» στο κουστούμι του νεογιάπη.

Ηττημένοι γιατί δεν πίστευαν στις προσαρμοσμένες δουλειές του κοινωνικού καθωσπρεπισμού, γιατί έπρεπε να αγωνιστούν για την επιβίωση, ζώντας σε βρώμικα διαμερίσματα, κάνοντας ωτοστόπ σε όλη τη χώρα αφού δεν μπορούσαν να μείνουν ακίνητοι χωρίς να βαρεθούν. Και όταν πάλι χάνονταν στους άδειους δρόμους της Νέας Υόρκης, εκεί που η βουή και η τζαζ δημιουργούσαν λέξεις, εικόνες και συναισθήματα, ήταν εκεί, ηττημένοι και παγωμένοι, μέσα στην «Ματαιοδοξία του Ντουλουόζ».

Έτσι δημιουργήθηκαν οι «beatniks», η γενιά της ήττας, όπως την χαρακτήρισε ο Γκρέγκορυ Κόρσο, ο Γιούρι Γκριγκορόβιτς των «Υποχθόνιων» κατά τον Κέρουακ, ο λουσμένος με «Βενζίνη», αρκετά χρόνια αργότερα. Μια χαμένη γενιά που όμως προσπάθησε να ζωγραφίσει πάνω στην ήττα της… που προσπάθησε να περπατήσει πάνω στο μη–κανονιστικό μέτρο της τζαζ αίσθησης… που προσπάθησε να γράψει την πρωτόγονη μουσική της επαναστατικότητα… που έφτιαξε λογοτεχνία! Κάπως, έτσι, λοιπόν, γεννήθηκε και η λογοτεχνία των «beat». Κάπως έτσι γεννήθηκαν και οι γραφές του Τζακ Κέρουακ…

Κινούμενος σε δρόμους αντικομφορμιστικούς, ο Τζακ Κέρουακ, κυρίως, αλλά και η  «beat» λογοτεχνία γενικότερα, δεν υιοθέτησε απλά κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις πάνω στη σουρεαλιστική αφαιρετικότητα της γραφής αλλά δημιούργησε, ουσιαστικά, μια νέα πεζογραφική φόρμα. Η παραβίαση της κλασσικής φόρμας, αλλά και της νόρμας στη γλώσσα, δημιούργησαν, καταρχάς, μια ακατέργαστη, αλλά σίγουρα εκρηκτική, δήλωση συναισθημάτων, η οποία όσο «χυνόταν» πάνω σε λευκές κόλλες χαρτιού τόσο μεταμορφωνόταν, στη συνέχεια, σε κείμενα με πολύ δυνατό περιεχόμενο που ξεπερνούσαν (υπερπηδούσαν…) την στειρότητα μιας απλοϊκής πολιτικής λογοτεχνικής πρόζας!

Ο Τζακ Κέρουακ είχε μπει στον κόσμο της γραφής και δεν έλεγε να βγει με τίποτα. Παρέα με τις ακατέργαστες σκέψεις, την ατέλειωτη δίψα για δημιουργία, την αιώνια ανάγκη για φευγιό… εκεί στον δρόμο… ανάμεσα σε καπνούς και σκόνες (διαφόρων χρωμάτων), ανάμεσα σε γυναικείες μυρωδιές, ανάμεσα σε γέλια και σε φωνές φίλων, ανάμεσα σε σπερματικά υγρά, αλκοόλ και θάνατο, γεννήθηκε το θρυλικό «Στον δρόμο», το λυρικό «Μπιγκ Σερ», το «Πικ», η «Τριστέσσα» και τόσες άλλες γραφές…

Και όταν οι φίλοι έφευγαν, όταν οι γυναικείες μυρωδιές σώνονταν, όταν οι σκόνες σκότωναν, ο Τζακ πάλι έβρισκε λόγο να πιει και να γράψει… έβγαινε στον αγαπημένο του δρόμο, που τον εμπιστευόταν όσο τίποτα, γιατί αυτός δεν είχε αδιέξοδα, και συνέχιζε να δημιουργεί για τους τρελούς όλου του κόσμου, για τους απροσάρμοστους και τους επαναστάτες, για τους ταραχοποιούς…. Γι’ αυτούς που σιχαίνονται τους κανόνες, που αηδιάζουν με την τάξη, που ξερνάνε με το «πρέπει»…

Γιατί αυτό ήταν, τελικά, ο Τζακ Κέρουακ:  μια αδιάκοπη αμφισβήτηση… Μια λογοτεχνική (και όχι μόνο) αντίδραση φυγής μπροστά στις όλο και αυξανόμενες κατασκευασμένες ανάγκες, στην αθλιότητα των μολυσμένων αστικών πόλεων και στην ανάγκη ενός άρρωστου καπιταλισμού για την ύπαρξη υπερκαταναλωτικών και μηχανοποιημένων κοινωνιών…

 


[1] Τζακ Κέρουακ, “Ποιήματα”, εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα, 2007

Σχόλια

X