Σηκώθηκα από το κρεβάτι στις 6.00 π.μ. Μη με ρωτάς αν έκλεισα μάτι. Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος λιγοστεύει ο ύπνος. Μέσα στο κεφάλι μου έχω κάθε μέρα πολλά μικρά ανθρωπάκια που φλυαρούν, κάνουν φασαρία, με ξεσηκώνουν. Βέβαια, κι από παιδί έτσι ήμουν.

Ξαπλώνω πάντα από την αριστερή πλευρά. Θέλω να αισθάνομαι ότι έχω τρόπο διαφυγής. Το παράθυρο δίπλα μου. Κάποτε έλεγα ότι ίσως χρειαστεί να δραπετεύσω από σένα. Δεν ήξερα αν θα σε ήθελα για πάντα. Ακόμα δεν ξέρω.

Τόσα χρόνια μαζί συνηθίσαμε ο ένας τον άλλο! Πρώτα ερωτευτήκαμε και μετά συνηθίσαμε. Κι ύστερα θεωρήσαμε δεδομένη τη ζωή. Ίσιωνες πάντα τα στραβά μου με ένα χάδι. Είχες την υπομονή να με μάθεις να αποδέχομαι το άγγιγμα. Είχες τη δύναμη να με πείσεις πως η αγάπη έχει και ρόδα και αγκάθια.

Σήμερα πήγα στη θάλασσα. Αχάραγα. Κι ένα εκτυφλωτικό φως έβγαινε από το νερό. Δεν τρόμαξα. Μόνο που ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά γιατί δεν ήσουν κι εσύ εκεί να το δεις. Λυπήθηκα. Τη λύπη τη νιώθεις σαν κενό ανάμεσα στο στήθος. Σα να πέφτεις από μια πολυκατοικία πέντε ορόφων.

Από τότε που έφυγες δε βγαίνω συχνά από το σπίτι. Φοβάμαι μη δω κάτι όμορφο και ζηλέψω που δε θα είσαι εκεί να το δεις κι εσύ. Κι όμως, τώρα ζηλεύω! Τώρα που έφυγες. Τώρα που είμαστε μαζί χώρια. Ποτέ δεν εξοικειώθηκα με το φευγιό των ανθρώπων.

Εξαιτίας σου είμαι πια ένα κορμί άδειο. Κάθε βράδυ το ξαπλώνω στο κρεβάτι, το ισιώνω, το σκεπάζω και το πρωί το ντύνω, του βάζω παπούτσια, ρούχα και το περιφέρω άδειο από δωμάτιο σε δωμάτιο. Αγγίζω τα βιβλία σου, τις σημειώσεις, φοράω τα γυαλιά σου, κάθομαι στην πολυθρόνα σου, κλείνω τα μάτια και σε αναζητώ. Μέχρι εκεί φτάνει το ανάστημα μου. Μέχρι εκεί φτάνει και η ζωή μου.

Καμιά φορά φοβάμαι μήπως ξεχάσω τη φωνή σου. Μήπως χαλάσει το μυαλό μου και χάσω τις εικόνες σου. Μήπως ξεκουρδίσει η μνήμη μου και δε θυμάμαι τα δάχτυλα σου. Θέλω να μη μου ξεφύγει τίποτα από την κοινή μας ζωή. Και μετανιώνω που δε σου έλεγα κάθε μέρα πόσο πολύ σ’ αγαπώ. Μπορεί να μην έφευγες.

Μέσα στην κουζίνα έχει φαγητό. Αν γυρίσεις να ‘χεις κάτι να βάλεις στο στόμα σου. Και μη φύγεις. Σε παρακαλώ, μη φύγεις. Δεν είναι που σε συνήθισα! Είναι που πονάω από την απουσία σου! Είναι που δεν έχω πια σε ποιον να διαβάζω αυτά που γράφω για σένα. Είναι που είσαι ο πιο σημαντικός άνθρωπος και δεν κάνει να απουσιάζεις…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X