Τα αγαπούσα πάντα τα καράβια. Όταν ήμουν μικρή για δώρο γενεθλίων αυτό ζητούσα από τον πατέρα μου. Μια βόλτα στο λιμάνι να δω τα καράβια να φεύγουν. Να σηκώνω τα χέρια ψηλά και να κουνάω τις παλάμες πέρα δώθε. Αφορμή έψαχνα! Κι όταν μεγάλωσα πάλι το ίδιο έκανα. Παράδοση και ο αποχαιρετισμός στα πλοία! Έφτανα μέχρι το φάρο, καθόμουν στο τσιμέντο, άφηνα ελεύθερα τα πόδια από τη μεριά της θάλασσας και περίμενα το φευγιό.

Κι ύστερα είδα πολλές φορές δικούς μου ανθρώπους να ανεβαίνουν από τη μεγάλη μπουκαπόρτα κι εκείνη να τους καταπίνει και να χάνονται στο δικό τους φευγιό. Κρυμμένη εκεί σε μια γωνιά αποχαιρετούσα με το δικό μου τρόπο, αόρατη, λυπημένη, αναποφάσιστη ακόμα για τις τελείες μου. Μα πάντα ήθελα οι σημαντικοί μου να φεύγουν με μεγάλα, πολύχρωμα καράβια γεμάτα γκράφιτι και συνθήματα αγάπης και μέσα να παίζουν όμορφες μουσικές και μελωδίες.

Χρόνια είχα να πάω. Θαρρώ από τότε που τον είδα να ανεβαίνει βιαστικά τη μεγάλη σκάλα. Τότε που η καρδιά μου έγινε χιλιάδες μικρά κομμάτια. Τότε νόμιζα πως από τις ρωγμές φυτρώνουν ανθάκια και δε με πείραζε. Αργότερα έμαθα για τα αγκάθια. Μα δεν είπα τίποτα. Καράβια γεμάτα γκράφιτι και συνθήματα αγάπης! Αν αγαπάς δε λογαριάζεις τα αγκάθια.

Είχε μια υγρασία αφόρητη χθες. Καθήσαμε στο πέτρινο παγκάκι. Οι άνθρωποι εκεί αποκτούν τον ίδιο βηματισμό. Σαν κουρδισμένα στρατιωτάκια. Εκείνες είχαν ζητήματα καρδιάς. Εκείνος μιλούσε σαν άντρας. Εγώ κοιτούσα τη θάλασσα, το καράβι που έφευγε και τα απόνερα που άφηνε πίσω. Η ανάλαφρη περπατησιά της καρδιάς. Κι ένιωσα πως περπάτησα κι εγώ πάνω στο νερό κι ακολουθούσα το μεγάλο καράβι και πως μετά χάθηκα μέσα στη νύχτα στα μαύρα νερά του λιμανιού.

Τα καλοκαίρια ξυπνούν οι ανάγκες μας. Δεν ξέρω γιατί. Δεν έχει σημασία. Το σούρουπο είναι πάντα μελαγχολικό. Οι ανάγκες μας καθορίζουν. Τα καλοκαίρια ξυπνούν και οι πληγές. Κακοφορμίζουν. Κι εσύ που νόμιζες πως επουλώθηκαν, λάθεψες. Οι κοπέλες απορούσαν. Εκείνες οι απορίες της ζωής, της απόρριψης, του λίγου, της αγένειας, της ματαιότητας, της σιωπής. Κυρίως της σιωπής. Εκείνης που κάνει κρότο μέσα σου και σε σκορπίζει, σε παραμορφώνει, σου πνίγει την ελπίδα, σου στραγγαλίζει το όνειρο. Κι ο κόσμος δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκες…

«Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,

όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.

Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; Ματώνει, δε σκοτώνει.

Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.»

Και είναι και οι άλλες σκέψεις, εκείνες οι μαύρες ή οι φωτεινές- αχ! αυτές οι φωτεινές-  που δεν τολμάς να ομολογήσεις ούτε στον εαυτό σου!

Όταν ήμουν μικρή ζητούσα για δώρο γενεθλίων μονάχα μια βόλτα στο λιμάνι να δω τα πλοία να φεύγουν. Όταν μεγάλωσα μου χάρισαν δυο γαλέρες. Δεν τις αποχωρίστηκα ποτέ. Δεν τις αποχαιρέτησα ποτέ. Είπα να κρατήσω και κάτι χωρίς αντίο…

*Στίχος από το ποίημα του Νίκου Καββαδία  «yara yara»

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X