Μπροστά εκείνος.
Τον ακολουθεί, πιστά. Για να τον προσέχει, όχι γιατί του είναι υποτελής.
Στην ανηφόρα, εκείνος πάντα κοντοστέκεται στα μισά της. Και πάντα στα μισά, εκείνη περνά το χέρι της πάνω από τους ώμους του. Το κάνει για να στηριχθεί και να πάρει μια ανάσα. Το κάνει όμως και για να τον αγκαλιάσει.
Ενώ τον αγκαλιάζει, αντί να τον καθηλώνει σε ένα σημείο, τον ωθεί με τρυφερότητα να ανεβουν μαζί, ακόμη μια ανηφόρα στη μακρά κοινή τους πορεία.

Μια γυναίκα, στην ηλικία τους, κατεβαίνει μόνη.
Χαμογελά στη θέα της προσπάθειας και δείχνει να τους χαίρεται. Ποιος ξέρει, μπορεί να της θύμισε κάτι απ’ το παρελθόν. Μπορεί όμως και το χαμόγελο να δήλωνε επιθυμία. Να προτιμούσε η κατηφόρα της, να ήταν ανηφορά. Αρκεί να είχε ένα χέρι πάνω στους δικού της ώμους.

*Εμπνευσμένο από στιγμιότυπο στην Καλλιδρομίου, σε σημείο που ο χρόνος έχει σταματήσει σε άλλη δεκαετία.

Σχόλια

X