Σκαλίζοντας λέξεις και φράσεις σε παλιά βιβλία πέρα από τον Ατλαντικό,

με φόντο την εκλογή ενός «πορτοκαλόμορφου» φασίστα.

Έλεγε, κάποτε, ο Γκρέγκορυ Κόρσο πως η «σπορά των λέξεων» εμφανίζεται εκεί που η ξέρα έχει γλυκάνει το έδαφος. Δεν ξέρω αν είχε δίκιο ή άδικο. Ξέρω ότι τούτες οι λέξεις ηχούν όμορφα στα αφτιά μου.

Μέσα σ’ ένα κλίμα παράνοιας, αθλιότητας και φοβίας, μέσα σ’ ένα πλαίσιο που μυρίζει θάνατο και ακραία εκμετάλλευση γεννιούνται σκέψεις που μπολιάζουν θύμησες, σκόρπιες έστω, αλλά δυνατές, ικανές να ξαναδώσουν πνοή σε ένα σκυλεμένο πτώμα. Ανάσες…

«… Ο κόσμος αλλάζει
Ο κόσμος το ξέρεις ότι αλλάζει
Βαριά είναι η λύπη της μέρας […]
Αυτό είναι αλήθεια
Μα δεν είναι ολότελα αλήθεια […]
Ναι ο κόσμος αλλάζει
Αλλά ο θάνατος μένει ο ίδιος […]
Και συνήθως είναι μια θλιβερή υπόθεση
Τούτος ο θάνατος…»

Από το ποίημα του Γκρέγκορυ Κόρσο, «Γραμμένο στα σκαλοπάτια του Πορτορικάνικου Χάρλεμ», Ποιήματα, μτφρ. Γιαννουλόπουλος Κ., Νεφέλη, Αθήνα 1982

Τούτη η περίεργη κατάσταση, όμως, μέσα από την οποία αναδύονται όλες εκείνες οι αντιθετικές εκφράσεις και λέξεις που συντρόφευσαν την σκέψη και την κίνηση δεκαετίες τώρα μοιάζει (προς το παρόν) να παίζει με το χωροχρόνο. Αντίφαση…

«… καθώς τα παλιά τρένα προχωρούν μες
στην έρημο
καθώς οι πόρνες έκαναν τη δουλειά τους και
κοιμούνται
καθώς τα σχολιαρόπαιδα ονειρεύονται έρωτα
δίχως βάσανα
τα πουλιά ΦΛΕΓΟΝΤΑΙ και
πεθαίνουν πριν από μένα –
πετούν…»

Από το ποίημα του Τσαρλς Μπουκόφσκι, «Το τραγούδι είναι φωτιά», Ποιήματα, μτφρ. Λειβαδάς Γ., Ηριδανός, Αθήνα 2007

Η μνήμη αναζητά φράσεις προκειμένου να ανακτήσει το χαμένο έδαφος και επιστρέφει σε στιγμές που οι λέξεις φωνάζουν, τρέχουν, χτυπούν, γελάνε και κλαίνε. Και όλο αυτό προκειμένου να κατανοήσει το σήμερα. Αυτή η διαδικασία μοιάζει πολύπλοκη και αντιφατική πολλές φορές. Σαν τις λέξεις που πετιούνται προκειμένου να βγει νόημα, αλλά ξαναμαζεύονται προκειμένου το νόημα να αλλάξει. Πολύπλοκο…

«βούτηξε για όνειρα
αλλιώς ένα σύνθημα μπορεί να σε ανατρέψει
(τα δέντρα είναι οι ρίζες τους
και ο άνεμος είναι άνεμος)
[…]
μη δίνεις σημασία σ’ ένα κόσμο
γεμάτο τιποτένιους ή ήρωες
(γιατί στο θεό αρέσουν τα κοριτσάκια
και το αύριο και η γη)»

Από το 28ο ποίημα του E.E.Cummings, «33x3x33», μτφρ. Βλαβιανός Χ., Νεφέλη, Αθήνα 2004

Ένα ταξίδι, όμως, στην αμερικανική ποίηση των προηγούμενων δεκαετιών μοιάζει ικανό να εξηγήσει και να περιγράψει μια αναδυόμενη αθλιότητα στην αυγή της νίκης ενός πορτοκαλοκέφαλου φασίστα, ακόμα και αν αυτό παραπέμπει σε μια αλλοπρόσαλλη αλληγορία; Μπορούν, άραγε, τα νεωτερικά παιδιά του Ρεμπώ και του Βερλαίν να περιγράφουν; Σουρεαλισμός και κίνηση…

«Θα φας ή όχι τη σούπα σου, κωλέμπορε σύννεφων;»
Ο Ζαν Ντυβάλ φώναξε, χτυπώντας τον Μπωντλαίρ στην πλάτη
όπως αυτός καθόταν χαζεύοντας έξω από το παράθυρο.
Ο Μπωντλαίρ ξαφνιάστηκε.
Μετά άρχισε να γελά σαν διάβολος,
κουνώντας το κουτάλι του στον αέρα σαν μαγικό ραβδί
αλλάζοντας το δωμάτιο σ’ ένα πίνακα του Σαλβαδόρ Νταλί,
αλλάζοντας το δωμάτιο σ’ ένα πίνακα του Βαν Γκόγκ»

Ρίτσαρντ Μπροτιγκάν, «Σαλβαδόρ Νταλί», Ποιήματα, μτρφ. Γιαννουλόπουλος Κ., Νεφέλη, Αθήνα 1982

Και αυτό που μπορεί να κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακή την χωροχρονική αλληγορία, είναι η φαντασιακή (λογοτεχνική) μεταφορά, λόγου χάρη, της εικόνας του καιόμενου, πριν λίγο καιρό, Μπέρκλεϋ, στην δεκαετία του ’60 και του ’70 και να ταυτίζεις, έτσι, την εικόνα ενός παραγόμενου συστημικού πολιτικού προϊόντος με τις εξεγέρσεις και τους ήχους περασμένων δεκαετιών. Φαντασιακό…

Από την τελευταία σκηνή της ταινίας: The Strawberry Statement (1970)

Αυτό το φαντασιακό ταξίδι στον πολιτικό χωροχρόνο μπορεί να μην «στέκεται» ρεαλιστικά αλλά υπάρχει ως νοηματική δημιουργία. Το περίεργο είναι, ότι, έτσι λειτουργούν οι λέξεις στην ποίηση: Δεν μπορούν πάντα περιγράψουν μια εικόνα στις (ρεαλιστικές) ποσοτικές τις διαστάσεις, μπορούν, όμως, σχεδόν πάντα, να την οριοθετήσουν στις νοηματικές της. Νόηση…

«… Θέλω να τρέξω στο δρόμο
Ουρλιάζοντας, «Θυμηθείτε τον Βανζέτι».
Θέλω να χύσω βενζίνη μέσα στους καπνοδόχους σας.
Θέλω να ανατινάξω την γκαλερί σας.
Θέλω να κάψω τα εκδοτικά γραφεία σας. […]
Είναι νεκρό, το μικρό μεθυσμένο χερουβείμ.
Είναι νεκρός,
Ο απαστράπτων ρήτορας του πεζοδρομίου.
Είναι νεκρός…»

Από το ποίημα του Κέννεθ Ρεξροθ, «Ου φονεύσεις», Ποιήματα, μτφρ. Λειβαδάς Γ., Ηριδανός, Αθήνα 2014

Και αν οι θύμησες οριοθετούν την όλη διαδικασία της μοναχικής «σποράς» των λέξεων και των εικόνων, το απροσδιόριστο είναι αυτό που βάζει την τελική πινελιά. Την ώρα που διαβάζεις σκόρπιες ή ταξινομημένες λέξεις, το αν η εικόνα που αποτυπώνεται στην σκέψη είναι παράγωγο του… Zabriskie Point και του Strawberry Statement ή αν απλά είναι η ωμή φωτογραφία της δολοφονίας κάποιου αφροαμερικανού ή στιγμές άγριας μοναξιάς, απευθύνεται καθαρά στην σφαίρα των τυχαιοτήτων. Λήθη και μοναξιά…

«… οι ερωμένες μου χάθηκαν,
ο νόμος απαγόρευσε τις πόρνες μου,
το κρεβάτι μου πέτρωσε και τινάχθηκε
από σεισμό – και δεν υπάρχει άγριο χορτάρι
να φτιαχτώ στο φως του κεριού
και να ονειρευτώ – μονάχα καπνιά απ’ τα λεωφορεία […]
-αν κλάψω είμαι απλά ένα παιδί
-αν γράψω τελείωσε το γράψιμο
-αν πεθάνω δεν θα υπάρξει θάνατος
αν ζήσω ο θάνατος μόλις π’ αρχίζει…»

Από το ποίημα του Τζακ Κέρουακ, «Μεξικάνικη Μοναξιά», Ποιήματα, μτφρ. Λειβαδάς Γ, Ηριδανός, Αθήνα 2007

Και μετά έρχεται η απορία για τους νεανικούς ήρωες… Ψέματα. Η απορία γεννήθηκε βλέποντας μια όμορφη ύπαρξη να κατεβάζει μια τζαμαρία του Μπέρκλεϋ, να ξερνάει φωτιά πάνω σ’ αρματωμένους μπάτσους, να καίει μια σημαία σύμβολο αηδίας και καταπίεσης. Γιατί; Δεν υπάρχει γιατί. Γιατί θέλω να ακούω τον Ντύλαν να τραγουδά το Vomit Express και να σκέφτομαι το Πόρτο Ρίκο; Έτσι…

Bob Dylan & Allen Ginsberg (1971)

Νεανικοί ήρωες λοιπόν. Πώς να ήταν άραγε σήμερα εκείνοι οι αγγελόμορφοι τύπου που αρνιούνταν πεισματικά τα γυάλινα όνειρα μιας καλοφτιαγμένης (έγχρωμης) καπιταλιστικής γυάλας που ταξίδευαν (παρέα με μπόλικες σελίδες γεμάτες μελάνι και μερικές αλλαξιές ρούχα) χιλιάδες χιλιόμετρα μελετώντας το φαινόμενο της ύπαρξης; Όνειρα…

«… Αμερική άφησε ελεύθερο τον Tom Mooney
Αμερική σώσε τους Ισπανούς δημοκρατικούς
Αμερική ο Σάκκο κι ο Βαντσέττι δεν πρέπει να πεθάνουν
Αμερική είμαι τα παιδιά του Scottboro […]
Είναι αλήθεια ότι δεν θέλω να καταταγώ στο στρατό,
ούτε να γυρίζω τόρνους σ’ εργοστάσια εξαρτημάτων ακριβείας,
έχω μυωπία και ψυχοπαθής ούτως ή άλλως.
Αμερική βάζω τον αδερφίστικο ώμο μου στον τροχό.»

Από το ποίημα του Άλεν Γκίνσμπεργκ, «Αμερική», Ουρλιαχτό, μτφρ. Πουλικάκος Δ., Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1987

Και από την αναζήτηση της ύπαρξης στην ιστορική ειρωνεία: Τώρα που ο Φιντέλ έφυγε και ο Λώρενς δεν υπάρχει για να γράφει στιχάκια, τώρα, ακριβώς τώρα, η νεοναζιστική αθλιότητα αποφάσισε να ξαναχορέψει προκλητικά μπροστά στον τάφο του αντιφασισμού. Σκοτάδι…

«… Έχει πιάσει την συχνότητά σου, Φιντέλ
μα δεν μπορεί πλέον να σε ακούσει […]
Θα σε κανονίσουν, Φιντέλ
με το μεγάλο κουβανέζικο πούρο σου
που το ‘κλεψες από μας
και το κασκέτο σου
από τα περισσεύματα του στρατού
που μάλλον κι αυτό το ‘χεις κλέψει
και την Μπητ γενειάδα σου.
Η ιστορία μπορεί να σε αθωώσει, Φιντέλ
μα εμείς θα σε διαλύσουμε πρώτα, Φιντέλ…»

Από το ποίημα του Λώρενς Φερλινγκέττι, «Χίλιες φοβιτσιάρικες λέξεις για τον Φιντέλ Κάστρο», Ποιήματα, μτφρ. Γιαννουλόπουλος Κ. & Αθέρας Φ., Νεφέλη, Αθήνα 1982

«Σηκώστε τα φουστάνια σας, Κυρίες μου… περνάμε από την Κόλαση», έλεγε ο Άλαν. Απευθυνόμενος που; Λίγο με νοιάζει. Από τούτο το αίσθημα της (φασιστικής) κόλασης με ενδιαφέρει να απαλλαγώ. Κρατώντας σφικτά τις λέξεις και τις εικόνες στην αυγή της αθλιότητας και του φόβου, θυμάμαι τούτα τα γεμάτα αντίφαση λόγια, από την «Μπαλάντα του Διαγωνισμού του Blois», που έβαζε σε «αταξία» ο Φρανσουά Βιγιόν πριν από έξι περίπου αιώνες:

«… Τίποτα δε μου είναι σίγουρο παρά το αβέβαιο πράμα
Σκοτεινό, εξόν ό,τι ‘ναι ολοφάνερο
Αμφιβολία δε βάνω, εξόν σε πράμα βέβαιο […]
Κερδίζω τα πάντα και μένω χαμένος […]
Καλοδεχούμενος, απορριγμένος του καθενός…»

Φρανσουά Βιγιόν, Ποιήματα, μτφρ, Νικολάου Τρ., Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1978

Σχόλια

X