Απομένουν 15 λεπτά πριν περάσει το τελευταίο τραίνο. Οι ελάχιστοι που βρίσκονται στο σταθμό της Ομόνοιας έχουν κουρνιάσει σαν περιστέρια στα άδεια παγκάκια. Κουκουλωμένοι μέσα στις ζακέτες τους, αμίλητοι, περιμένοντας να τους αγκαλιάσει η ζεστασιά του σπιτιού. Κάποιος διαβάζει μια «ξεχασμένη» εφημερίδα, κάποιος κοιτάζει ξανά και ξανά τις σακούλες με τα ψώνια της ημέρας, με βλέμμα που «προδίδει» ότι δεν είναι αρκετά.

Ο ήχος από το καρότσι μιας κυρίας «γρατζουνά» το πάτωμα και «σπάει» την ησυχία. Τα βλέμματα για λίγο ανασηκώνονται για να ξαπαναπέσουν. Το κέρμα που πέφτει από το πρεζάκι στην απέναντι αποβάθρα δεν τραβάει την προσοχή κανενός. Περνώντας απαρατήρητος, ο 40αρης χρήστης βάζει αυτή τη φορά πιο προσεκτικά τα χρήματα στο παντελόνι του. Και ξανά σιωπή. Η μόνη που ενώνει τους 10-15 ανθρώπους της αποβάθρας.

Το ρολόι για τον τελευταίο συρμό μετράει αντίστροφα. Βαριαστεναγμοί και σκυμμένα κεφάλια που κοιτάζουν στον αριστερό τους καρπό να δουν την ώρα, που έχουν τσεκάρει λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα. Ο χρόνος κυλάει αργά όταν η μέρα έχει τελειώσει. Κι όμως, μέσα στην ανυπομονησία για το τραίνο, καταφέρνει και χωρά η συζήτηση δύο γνωστών αγνώστων. Δυο παππούδων που κάθε μέρα την ίδια ώρα συναντιούνται στο σταθμό.

«Καλό χειμώνα», λέει με φωνή γεμάτη μπρίο ο ένας. Σέρνει τα βήματα του όλο και πιο γρήγορα για να φτάσει στο σημείο συνάντησης. Το παγκάκι. Η θέση είναι “κρατημένη” από τον Θανάση για τον Κώστα. Ο Θανάσης πάντα φτάνει νωρίτερα, για να είναι σίγουρος ότι θα βρει ελεύθερο το παγκάκι. Δεν γνωρίζονται από χρόνια, αλλά η τυχαία τους συνάντηση κάποτε, καθόρισε τα βράδια τους. Ανταμώνουν «κάθε μέρα, πριν το τελευταίο τραίνο».

«Βρήκα μια εφημερίδα σήμερα, γράφει ότι έχουμε κατοχή», λέει ο Κώστας με μάτια όλο λάμψη. Ανοίγει το πρωτοσέλιδο, τινάζοντας το σαν σεντόνι που απλώνεις σε κρεβάτι και αρχίζει να λέει τις ειδήσεις. Κάπου ανάμεσα, σταματά για να διηγηθεί μια ιστορία που του ‘χαν πει εκείνη τη μέρα. «Στην κατοχή, λένε, επειδή πεινούσε πολύ ο κόσμος έγδερναν τα γατιά, τα έβαζαν 24 ώρες σε μια κατσαρόλα με ξύδι και μετά τα πλάσαραν για λαγούς και κουνέλια. Ήταν γνωστό το κόλπο, αλλά όλοι έτρωγαν». Ο Θανάσης τον κοιτάζει συγκαταβατικά, ελαφρά έκπληκτος από τα λεγόμενα.

Παρομοιάζουν το τότε με το σήμερα, συγκρίνουν τις διηγήσεις των πατεράδων τους με τις δικές τους ζωές. «Δεν πάει άλλο», καταλήγουν το συμπέρασμα που καταλήγουν μετά από κάθε κουβέντα, για να ευχηθούν ζωή στα εγγόνια τους και καλύτερες μέρες. Βρίζουν τους Γερμανούς, τη Μέρκελ, αναπολούν τη Χούντα «πού περνούσαμε καλύτερα. Είχαμε δουλειές, τα μπαλκόνια μας ήταν ανοικτά». Βρίζουν ξανά τη Μέρκελ, θυμούνται το κατοχικό δάνειο, αναπολούν όμως και τους χίτες με τα κουμπούρια.

«Μια χούντα θέλουμε», λένε όλο και πιο δυνατά με τον κρυφό πόθο να τους ακούσουν κι άλλοι. Και τους ακούν. Και τους ρωτούν «ψηφίζετε Χρυσή Αυγή;». «Όχι» απαντούν, με τα πόδια τους να παραδίδονται σε νευρικές κινήσεις. Δεν θέλουν να δηλώσουν φασίστες. Δεν αισθάνονται φασίστες. Αλλά αναπολούν τη δικτατορία, θαυμάζουν με αφέλεια μικρού παιδιού τους χίτες με τα πιστόλια. Το μεγαλύτερο επίτευγμα αυτού που ονομάζουμε κατεστημένο είναι ακριβώς όμως αυτή η πολιτική σύγχυση.

Από την άλλη, υπέρ ή όχι της χούντας, ψηφοφόροι ή όχι της Χρυσής Αυγής, οι δύο αυτοί παππούδες, δεν παύουν να είναι και δύο ρομαντικοί τύποι. Ανταμώνουν σ’ ένα σταθμό τραίνου, λίγο πριν το τελευταίο δρομολόγιο. Τελειώνουν παρέα τη μέρα τους και κάνουν μαζί «ταμείο». Χαρίζουν την πιο ανθρώπινη στιγμή, στο πιο βουβό μέρος. Το μέρος για το οποίο όλοι οι υπόλοιποι είμαστε απλά περαστικοί.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ξεκίνησε να δημοσιογραφεί το 2009, ως μπασκετικός ρεπόρτερ στo sport.gr όπου έμεινε μέχρι το 2011. Στη συνέχεια συμμετείχε στο trollradio.gr ως μουσικός παραγωγός για ένα χρόνο. Τον Μάρτη του 2012 δημιούργησε μαζί με φίλους και συναδέλφους το αυτοδιαχειριζόμενο διαδικτυακό περιοδικό 3pointmagazine.gr και από το καλοκαίρι του ’12 εργάζεται στην εφημερίδα Αυγή.

Σχετικά Άρθρα

X