Στο δρόμο, το μαρκέτινγκ βασίζεται στη φωνή. Όσο πιο δυνατή και ρυθμική, τόσο πιο εύκολα τραβά την προσοχή. Η Βάσω, λαχειοπώλης στο σταθμό της Ομόνοιας έχει και τα δύο.

Χαρακτηριστική φιγούρα, κάθεται σε μια πλαστική καρέκλα, γιατί πια στα 78 της τα πόδια της δεν τη βαστάνε κι αρχίζει να «κελαηδά». Σταματούν μπροστά από τα λαχεία της από 25αρηδες, μέχρι συνταξιούχοι.

 

Όλοι με την ελπίδα να κερδίσουν. «Εγώ τους εξηγώ ότι δεν θα βγάλουν τίποτα. Απεχθάνομαι τον τζόγο, αλλά απ’ αυτόν ζω. Ίσως για την ειλικρίνειά μου να έχω χτίσει πελατεία».

 
Οι δύο πόλεμοι που έζησε
Γεννήθηκε το 1937. Έζησε την κατοχή και έβλεπε σπάνια φαγητό στο τραπέζι της. Ακολούθησε ο Εμφύλιος κι οι εκτελέσεις. Είδε γνωστά της πρόσωπα στο δρόμο, αιμόφυρτα, να έχουν σκοτωθεί, συνήθως χωρίς κάποια σοβαρή αφορμή. Σταμάτησε το σχολείο στη δευτέρα δημοτικού, αλλά έχει φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Ομόνοιας. «Και πίστεψέ με εδώ μαθαίνεις πολλά. Όπως να ‘κόβεις’ ποιος άνθρωπος σε θέλει για καλό και ποιος όχι».

Μετακόμισε στα Εξάρχεια και στην αδερφή της μάνα της όταν έγινε 21. «Θυμάμαι να κοιμόμαστε στην αυλή», λέει με νοσταλγία και παρομοιάζει τα σημερινά σπίτια με φυλακές.

 
Έψαξε παντού για δουλειά και βρήκε καθαρίστρια σε σπίτι. «Μ’ έβαζαν να τρώω μόνη μου και να καθαρίζω μαζί με τα πιάτα μου κι αυτά του σκύλου. Δεν άντεξα, έφυγα μετά από λίγο και πήγα στην Κρήτη.» Στο ταξίδι για το νησί, κάποιος της έκλεψε τη βαλίτσα. Πήγε με μηδέν υπάρχοντα και γύρισε μετά από λίγες μέρες άπραγη. Είχε προηγηθεί μια πρόταση για κονσομασιόν! «Που να το φανταζόμουν ότι ήθελαν να με βγάλουν στο κλαρί. Είπαν ότι ήθελαν νέα κοπέλα για δουλειά. Πήγα κι εγώ γιατί είχα τα λεφτά ανάγκη».

 
Από το 1963 στα λαχεία
Πριν από 50 χρόνια ξεκίνησε το επάγγελμα από το οποίο ζει μέχρι σήμερα. «Κάποτε πήγαινα παντού. Σε πανηγύρια, συναυλίες, όπου θες! Με τα λαχεία στο χέρι ήμουν και τους κυνηγούσα! Τώρα δεν αντέχουν τα πόδια μου. Έρχομαι με ταξί και τα λεφτά που βγάζω πάνε γι’ αυτό». Την ρώτησα αν είναι μόνη. Μου δείχνει πρώτα έναν άνδρα που κάθεται σαν φρουρός μπροστά από τα λαχεία. Ο Νίκος, 56 χρονών, συνεργάζεται με τη Βάσω και τα βγάζουν πέρα μαζί. Η Βάσω έχει κι ένα παιδί. «Έχει μπλέξει με τα ναρκωτικά. Αυτό μου χει φάει τη ζωή να ξέρεις». Εκεί αρχίζει η κουβέντα μας για τη δύσκολη ζωή στην Αθήνα.

 
Μου λέει ότι έχει δει τα πάντα. Η Ομόνοια ενσαρκώνεται μέσα από τις περιγραφές της για τζάνκηδες, εκδιδόμενες και φτωχαδάκια.  «Έχουν πάει πολλές φορές να με κλέψουν διάφοροι. Αλλά τη βλέπεις; Μ’ αυτή την μαγκούρα τα χω βγάλει πέρα. Οι αστυνόμοι με λένε κομάντο!» Η αστυνομία δεν παρεμβαίνει συχνά. Κι η πρέζα είναι παντού. «Κάτω από τις γλάστρες, στα καρτοτηλέφωνα, όπου θες!»

Στο πόστο της πάει από νωρίς το πρωί και φεύγει αργά το βράδυ. «Δεν υπάρχει τίποτα όμορφο στην Ομόνοια. Σε κάνει μισάνθρωπο». Σηκώνεται με δυσκολία από την καρέκλα πάει προς τα λαχεία, κοιτάζει ψηλά, δείχνει να το ξανασκέφτεται. «Κι όμως από αυτή εδώ την τρύπα της Αθήνας, μαθαίνεις τόσα, που οι άλλοι χρειάζονται δυο και τρεις ζωές».

 
Χαμογελά και λέει στον Νίκο να τα μαζέψουν. «Άντε βάλε με στο ταξί να πάω να ξαπλώσω τα ποδάρια μου». Όλα γίνονται μηχανικά και μέσα σε λίγα λεπτά έχουν φύγει. Άλλη μια μέρα. Άλλη μια που η Ομόνοια το βράδυ βουβαίνεται και ξυπνά πάλι όταν η Βάσω πιάνει το πόστο της. «Πάρε το Λαϊκόοοο!»

Σχόλια

X