-«Στο νερό μας βάζουν χημικά και ξέρουν τι πίνουμε. Μερικές φορές το κάνουν οι εξωγήινοι , μερικές άλλες το κράτος. Εμένα ας πούμε πολλές φορές με παρακολουθούν από το μετασχηματιστή της τηλεόρασης. Άλλες φορές μου απευθύνουν το λόγο. Ξέρω ότι μου μιλούν και ξέρουν ότι τους ακούω. Όπως και οι Άγιοι με τα φωτοστέφανά τους. Όπως στέκονταν ήρεμοι όταν είχα πέσει στη μαύρη μου τρύπα από τα φάρμακα όσο ήμουν στο ψυχιατρείο. Παρόλα αυτά ένιωθα μέσα μου την αθανασία».

-« Δηλαδή θες να μας πεις ότι ποτέ σου δε θα πεθάνεις να ηρεμήσουμε»;

Πετάχτηκε η αδερφή του Αλέξανδρου ο οποίος απλά έσκυψε το κεφάλι κάνοντας πως δεν άκουσε. Το θέμα είναι ότι άκουσε. Για την ακρίβεια όχι μόνο άκουσε αλλά και κατάλαβε. Την οδύνη του να είσαι ολότελα διαφορετικός. Του να πρέπει να προσαρμόσεις το σκοτάδι σου στη μέρα τους, τις φωνές σου στην ηρεμία τους , τα απότομα ταρακουνήματα στα βαρετά απογεύματά τους. «Το να βγεις μία βόλτα είναι ένας αγώνας για επιβίωση , όχι όμως το να καταλάβεις την ποίηση». Ή να φτιάξεις εξίσου καλή ποίηση…

Ήταν σκυφτός και θλιμμένος. Ήξερε τι ήθελε αλλά και τι δε μπορούσε με τίποτα να έχει. Δεν ήταν πολλά. Ένα καβαλέτο, μερικές μπογιές και μια αποθήκη για να παλεύει τους δαίμονές του, όπως παλεύουμε κι εμείς τους δικούς μας. Τα ρούχα του ήταν συνήθως αδιάφορα και το βλέμμα του εξεταστικό. Όποτε καθόμασταν να τα πούμε μου προσέφερε όσα τσιγάρα ήθελα και μπύρες. Αναλύαμε φιλοσοφικές έννοιες . Τις στιγμές που κάπου τον έχανα έγνεφα καταφατικά ενώ αναπαρήγαγα μέσα μου τη γνωστή προκατάληψη : « Τι λέει τώρα ο τρελός»; Λίγο αργότερα, όταν μου εξηγούσε το νόημα του έρωτα σε μια σπειροειδή, αέναη μορφή, απλά κατέληγα ότι μου λείπει μεγάλο ποσοστό φαντασίας για να απαντήσω στις στιχομυθίες οι οποίες, μετά από αρκετή επεξεργασία , είχαν άμεση συνάρτηση με την πραγματικότητα.

«Δεν έχω φίλους. Στο χωριό κανείς δε μπορεί να με καταλάβει, είναι όλοι ηλίθιοι». ( Αυτό πράγματι μπορώ να το επιβεβαιώσω και εγώ). « Θυμάμαι την πρώτη μου φορά που με πήγαν στον ψυχίατρο. Ήμουν κάπου στην εφηβεία. Μας είχε πει θυμάμαι, πως βρίσκομαι σε ένα τεντωμένο σκοινί ανάμεσα στην τρέλα και την εξυπνάδα. Δεν υπήρχε μέση λύση. Όπως αργότερα ανακάλυψα πως ποτέ δε θα υπάρξει».

«Δε μπορούσα να ερωτευτώ, δε μπορούσα να δουλέψω, να ζωγραφίσω, να γράψω ελεύθερος. Δε μπορούσα να κάνω σχεδόν τίποτα ελεύθερος. Γι’ αυτό άρχισα να κρύβω τα χάπια κάτω από το κρεβάτι. Γι’ αυτό άρχισα να φεύγω για τα μακρινά μου ταξίδια με τα πόδια μέχρι την Αλβανία ή τη Θεσσαλονίκη».

Το τεντωμένο σκοινί μπορεί να το βαδίσεις, μπορεί όμως και να σπάσει. Και μαζί του και οι δυνατότητές σου να συνυπάρξεις κοινωνικά. Και αυτό όχι γιατί δε μπορείς, μα γιατί η κοινωνία είναι ένας σκληρός κόσμος που διαχωρίζει στεγνά το «φυσιολογικό» από το «μη φυσιολογικό» σα να ξεχωρίζει τα καλά και τα άχρηστα φύλλα ενός μαρουλιού προς κατανάλωση. Με ακριβώς ίδιους όρους κατανάλωσης γίνεται αντιληπτό και το άτομο.

Μπορεί να δουλέψει; Μπορεί να παράγει , να κάνει παιδιά, να σπουδάζει, να είναι χρήσιμος;

Ανάμεσα σε έναν κοινωνικό ιστό που γνέθει την τύχη ή την ατυχία των ψυχικά πασχόντων, με βάση του ποιος τυχαίνει να έχει την οικογένεια ή τα λεφτά να στηρίξει τη θεραπεία του, και ποιος απλά καταλήγει να κοιμάται και να ξυπνάει στους λαβυρίνθους του ίδιου μικρού σπιτιού στο ίδιο μικρό χωριό για 40+ χρόνια , ψάχνουμε την πιο επίπονη ομορφιά .

Τις λέξεις που φοβόμαστε να ακούμε, την καθημερινότητα που μας κουράζει να βιώνουμε, την ατόφια τέχνη, τον ατόφιο πόνο και την ατόφια χαρά. Με έναν τελείως διαφορετικό αλλά εξίσου σεβαστό τρόπο. Ψάχνουμε την πιο επίπονη ομορφιά σε στίχους σαν αυτούς του Tim Burton : «Η τρέλα ενός ανθρώπου, είναι η πραγματικότητα ενός άλλου».

Σχόλια

Αρθρογράφος

Μάιρα Ζαρέντη

Τέκνο της Αθήνας και του αστικού τοπίου. Σπουδάζει Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αγαπάει το κόκκινο. Δεν ξέρει αν θέλει να γίνει δημοσιογράφος ή χορεύτρια. Το μόνο που ξέρει στα σίγουρα είναι πως θέλει να γράφει για όλα αυτά που βλέπουμε ή θέλουμε να δούμε.

Σχετικά Άρθρα

X