Ο Σωκράτης Μάλαμα έδωσε συνέντευξη στην Ιωάννα Κλεφτόγιαννη και τη Φωτεινή Λαμπρίδη στην εκπομπή Πεζοί στον Αέρα στο Ραδιόφωνο 24/7 και είπε πολλά ενδιαφέροντα. Αναδημοσιεύουμε μέρος αυτών, γιατί μας άγγιξαν. Ολόκληρη τη συνέντευξη μπορείτε να βρείτε εδώ.

Για τη ζωή στην επαρχία και τις επιθυμίες

Όσοι είναι στα βουνά θέλουν να κατέβουν στην Αθήνα και όσοι είναι στην Αθήνα θέλουν να πάνε στα βουνά. Δεν είναι τίποτα ιδιαίτερο, οι προτιμήσεις του καθ’ ενός είναι πράγματα τα οποία τα υπηρετεί. Ξεκίνησα πριν από είκοσι δύο χρόνια να φύγω από την Αθήνα και το σχεδίαζα δέκα χρόνια πριν και έχω τη δυνατότητα να το κάνω. Ποιος μπορεί να φύγει από εδώ; Ένας δάσκαλος μπορεί να φύγει από την Αθήνα και να πάει να μείνει μόνος του οπουδήποτε; Αν δεν διοριστεί, αν το Υπουργείο δεν συναινέσει, αν η οικογένειά του είναι δεσμευτικός παράγοντας;

Μπορεί να έρθω αργότερα ξανά στην Αθήνα. Αν η επιθυμία είναι ισχυρή πάντα υπάρχει ένας υποσυνείδητος σχεδιασμός. Πάντα φτιάχνεις το σχέδιο σου να δραπετεύσεις από την κατάσταση που βρίσκεσαι. Προς το παρόν δεν έχω τέτοιες επιθυμίες για να τις σχεδιάσω και να τις εκπληρώσω σε βάθος χρόνου. Σκέφτομαι επιθυμώ, μπας και γράψω κάνα τραγούδι τις προκοπής. Δεν είχα επιθυμίες φλέγουσας σημασίας. Οι επιθυμίες μου ήταν καθημερινές. Το ότι σηκώθηκα και έφυγα ήταν κάτι που το χρειαζόμουν, το ήθελα.

 

Τι φταίει για το δυστύχημα στη Μάνδρα

Όλοι μας φταίμε. Δεν υπάρχει γεγονός, δεν υπάρχει κατάσταση που να μας περιβάλει και να μας αγγίζει στην οποία να μην έχουμε βάλει το μικρό μας λιθαράκι. Είτε ως στάση ζωής, είτε ως σκέψη, είτε ως όνειρο. Είμαστε όλοι υπεύθυνοι για όλα τα πράγματα. Βλέπω αυτές τις αστείες, καμιά φορά, εκπομπές των δημοσιογράφων στις τηλεοράσεις, οι οποίες λένε ας πούμε “η δήμαρχος, η περιφερειάρχης, ο περιφερειάρχης, ο υπουργός..”. Το θέμα της Μάνδρας και της Μαγούλας δεν είναι τωρινό. Εγώ έζησα στη Μάνδρα δύο χρόνια και στη Μαγούλα δυόμισι χρόνια, πριν είκοσι χρόνια. Τα πράγματα ήταν ακριβώς τα ίδια, απλώς δεν είχαν χτιστεί στα ρέματα, δεν είχαν βγει οι μεγάλες αντιπροσωπίες και οι αποθήκες των μεγάλων σουπερμάρκετ. Σκεπτόμενοι κοντοπρόθεσμα οι άνθρωποι, δημιουργούν προβλήματα για το μακρινό τους και το κοντινό τους μέλλον. Το ίδιο πράγμα έγινε κι εκεί. Όταν άνοιγαν οι δουλειές σκεφτόντουσαν ότι αυτές είναι μισθοί για εργάτες εκεί πέρα. Δεν σκέφτηκε κανένας να είναι λίγο πιο πειθαρχημένος και πιο αυστηρός, να ακολουθεί τους κανόνες του παιχνιδιού όπως πρέπει. Δεν κλείνεις ποτέ ένα ρέμα. Δεν φταίει ένας γι ‘ αυτό, δεν φταίει μια κυβέρνηση γι’ αυτό. Δεν φταίει μια πενταετία και μια δεκαετία. Φταίει η συλλογική συνείδηση των ανθρώπων που επιτρέπουν να γίνονται τόσα πράγματα, τόσα λάθη, σε βάθος χρόνου και μετά να ωρυόμαστε ως κλαίουσες χήρες για το δυστύχημα που μας έτυχε. Όντως λυπάμαι πάρα πολύ γιατί όταν έζησα εκεί είχα και σχέσεις με ανθρώπους, αλλά είμαστε όλοι εν δυνάμει κακοσχεδιαστές πολύ άσχημων πραγμάτων. Δεν είναι μονάχα η ανοχή, είμαστε συνλαμόγια. Γιατί δεν αντιδράει κανένας; Δηλαδή στο ρέμα στο Χαλάνδρι πχ, όταν χτιζόντουσαν πάνω στο χαντάκι είχαν γίνει παρεμβάσεις. Πήγε κόσμος εκεί και έλεγε τι γίνεται, γιατί έτσι; Αυτό διορθώθηκε και γι’ αυτό και δεν θρηνήσαμε θύματα στο Χαλάνδρι, στη Ρεματιά. Γιατί δεν συμμετέχουμε ενεργά; Γιατί κλείνουμε τα μάτια και το στόμα μας όταν πρέπει να μιλήσουμε και μετά ωρυόμαστε;

Για το αν έχουν κοπάσει τα κινήματα

Βεβαίως και έχουν κοπάσει, αφού δοκίμασαν μέσα από τόσες επαναληπτικές υποσχέσεις δεκαετιών, οι άνθρωποι, με όλη τη δυναμική τους. Δηλαδή θυμάσαι το ΠΑΣΟΚ με πόσες υποσχέσεις και πόσα θαύματα υποσχόταν για το μέλλον; Νομίζαμε ότι ζούσαμε την επανάσταση, το Venceremos ήταν η πρώτη μας λέξη. Είναι κούραση, μια πανίσχυρη κούραση που καλλιεργήθηκε μέσα στις δεκαετίες με μεγάλη επιμονή και μεγάλο σχεδιασμό. Όλες οι κυβερνήσεις, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, γιατί αυτές κράτησαν τις δεκαετίες αυτές στα χέρια τους. Επαγγελματικά σχεδόν, με χειρουργική ακρίβεια, αφαίρεσαν από τον κόσμο τη δυνατότητα αντίδρασης. Αυτοί δεν διαχειρίστηκαν τη μόρφωση, την παιδεία; Είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει. Αν κάποιος κάτσει να ελέγξει τι ακριβώς συμβαίνει με τα σχολεία, θα βάλει τα κλάματα. Παράγονται άνθρωποι από τη βιομηχανία της παιδείας που είναι αμόρφωτοι, συστηματικά. Πολύ λίγοι μπορούν να φύγουν από αυτήν την κατάσταση. Ζητάμε την καλοπέραση, έχουμε στρέψει την προσοχή μας έξω, Πώς έλεγε ο μεγάλος ταγός της επανάστασης του ΠΑΣΟΚ, Σημίτης, “ας γίνουμε πιο εξωστρεφείς”. Το παρακάναμε γιατί ξεχάσαμε ότι υπάρχει και μέσα. Έχουμε γίνει εκπαιδευμένοι καταναλωτές. Μας το λένε ήδη οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα, τα έντυπα. Λένε “αγαπητοί καταναλωτές” και δεν γυρνάμε να τους πετάξουμε μια πέτρα στο κεφάλι, που μας προσάπτουν αυτήν την κατηγορία.

Τι είναι επαναστατική πράξη;

Είμαστε πολύ καιρό τώρα εδώ. Και αυτοί που αντιδρούν είναι άνθρωποι που αντιδρούν κοιτάζοντας το έξω. Αυτό που είπες για τον Ρουβίκωνα πριν, πολλή φασαρία για το τίποτα. Δεν αλλάζουν τα πράγματα ποτέ έτσι. Ποτέ. Πρέπει να δημιουργηθεί μια κίνηση ώστε ο άνθρωπος να αρχίσει να κοιτάει και μέσα του. Αν μου έλεγες ότι μαζεύτηκε μια ομάδα και ασχολήθηκε με ένα ποίημα του Οκτάβιο Παζ και τα συμπεράσματα του είναι αυτά, θα έλεγα ότι ναι αυτή είναι μια επαναστατική κίνηση. Αυτό που μαζεύονται ομάδες και καίνε τους κάδους, πλακώνονται με τους μπάτσους στα κέντρα και βγαίνουν και διεκδικούν δικαιώματα εν ονόματι κάποιων άλλων κλπ, όλο αυτό μου φαίνεται αστείο. Απέχω, θα απομακρυνθώ πάρα πολύ από αυτό. Είναι κάτι που είναι απολύτως παιδαριώδες. Και φυσικά είναι και πιο εύκολο, γιατί έχουμε να κάνουμε πάλι με το έξω. Όλη την ώρα έχουμε να κάνουμε με κάποιον που μας φταίει εκεί έξω. Δεν γυρίζουμε ποτέ προς τα μέσα να κοιτάξουμε ποιος είναι ο αυτουργός αυτού του ζητήματος. Και αυτουργός σε όλες αυτές τις καταστάσεις είναι ο κοινός νους! Να κάνει ό,τι θέλει η νέα γενιά, να φωνάξει, φυσικά, γιατί αν δεν φωνάξει κιόλας, δεν πρόκειται κανένας να ακούσει γύρω τίποτα. Αλλά το να είναι μια συστηματική κίνηση η οποία λέγεται επαναστατική, όχι δεν θα καπηλευτούμε την επανάσταση. Δεν θα καπηλευτούν κάποιοι την επανάσταση με αυτόν τον τρόπο.

Για την ποίηση και τη λογοτεχνία

Δεν διαβάζω τόσο πολύ τώρα. Ανατρέχω στα ίδια ποιήματα, γιατί τα ποιήματα δεν είναι μιας ανάγνωσης. Τα ποιήματα που διαλέγεις μέσα στη ζωή σου είναι οδηγοί, κατευθύνσεις, δρόμοι, που σε βγάζουν σε πολύ συγκεκριμένα συναισθηματικά ή νοητικά τοπία. Ένα ποίημα είναι πάντα καινούργιο, κάθε φορά ο ποιητής μπορεί να σου μεταδώσει τον κραδασμό και την ταραχή που έχεις την πρώτη φορά που μελετάς, που διαβάζεις ένα ποίημα. Μέσα από αυτήν την ταραχή, παίρνοντας εσύ σαν κυνηγός το συναισθηματικό τριγμό, μπαίνεις σ’ ένα συναισθηματικό τοπίο στο οποίο δεν θα πήγαινες από μόνος σου. Είναι σαν να ανοίγει μια πόρτα. Αυτό δεν ξέρει πια σήμερα ο νέος άνθρωπος. Έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολύ από τη γλώσσα και από τη σπουδή των κλασικών κειμένων γιατί έχει επικρατήσει βέβαια το διαδίκτυο με τα έτοιμα κείμενα, πληροφορίες κωδικοποιημένες, πατημένες κλπ, μέσα από τα τηλέφωνα κινητά και έχει απομακρυνθεί τελείως από μια σκέψη την οποία δανειζόμαστε από το βάθος του χρόνου. Δηλαδή τα ποιήματα, τα μυθιστορήματα έρχονται εδώ και χιλιετίες προς εμάς και εμείς τα απωθούμε. Υπάρχει λόγος που υπάρχουν, προσπαθούν να δομήσουν έναν ψυχισμό ισόρροπο, να φτιάξουν μια ισχυρή πνευματική οντότητα για να μπορεί να περπατήσει. Όταν φυσήξει ένας άνεμος δεν μπορούμε να κρατηθούμε από πουθενά. Ρωτάτε ποιοι ποιητές είναι οδηγοί μου. Οδηγοί μου είναι όλοι οι ποιητές που διαβάσαμε στο δημοτικό σχολείο. Και όλοι όσοι δεν διδάσκονταν στο σχολείο!

Για τον περήφανο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον πόνο στα τραγούδια του

Αν δεν κοιτάξεις τα πράγματα που σε βυθίζουν, δεν πρόκειται να απελευθερωθείς από αυτά. Ο πόνος είναι ένα εκτεταμένο υπόγειο ρεύμα που αγγίζει τα πόδια όλων των ανθρώπων. Ακόμα και αυτοί που έχουν λύσει όλα τα προβλήματα τους, με κάποιον τρόπο τους επισκέπτεται αυτός ο υποδόριος πόνος και διοικεί τον ψυχισμό τους. Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια δόση πόνου. Άλλοι σε πολύ μεγάλο βαθμό και άλλοι ανεπαίσθητα. Υπάρχουν άνθρωποι με πολύ μεγάλα προβλήματα υγείας. Πάρα πολύ μεγάλα προβλήματα. Και υπάρχουν και άνθρωποι με μεγάλα προβλήματα νοητικής υγείας, ψυχισμού. Πέρα από αυτούς τους πόνους, και τους πόνους της απώλειας αγαπημένων πρόσωπων, όλοι οι άλλοι είναι σκιές. Είναι ανύπαρκτοι οι πόνοι αυτοί. Είναι σαν πληροφορίες περισσότερο παρά κάτι υπαρκτό. Δεν είναι ένα ποτάμι στο οποίο βρισκόμαστε και είναι έτοιμο να μας πνίξει. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Τραγουδάω για τον πόνο μ’ αυτόν τον τρόπο γιατί τον σέβομαι. Όταν είναι πραγματικός πραγματικά κατεβάζω το κεφάλι και τον παίρνω στα χέρια μου όπως παίρνεις ένα αγαπημένο παιδί. Γιατί; Για ποιο λόγο με επισκέπτεται; Δεν μπορώ να κλείνω τα μάτια μου μπροστά σ’ αυτό. Ένα παιδί που κλαίει και οδύρεται δεν το πλακώνεις στις σφαλιάρες. Το παίρνεις αγκαλιά και το νανουρίζεις, το φιλάς, του δίνεις κάτι για να απασχοληθεί. Να ξεχαστεί. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζω και αυτό το ζήτημα.

Για το «κοινωνικό μέρισμα”

Διαιωνίζεται πάλι η ψυχολογία του επιχορηγούμενου πολίτη. Πάλι στα ίδια και στα ίδια. Πάλι κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας. Τώρα που έχει ανάγκη ο κόσμος από δύο τρία πράγματα, οι κυβερνώντες δεν θα έπρεπε ποτέ να ασχοληθούν και αν το έκαναν δεν θα έπρεπε να βγαίνει στις ειδήσεις αυτό. Δηλαδή διαφημίζουν την ύπαρξή τους , από τις δεκάρες που μοιράζουν στους ανθρώπους που έχουν δώσει το αίμα τους το ίδιο, την ίδια τους την ψυχή, γι’ αυτήν την υπόθεση και στέκονται πάνω στους θώκους των θρόνων τους για να τους δίνουν 100 και 50 και 30 και 200 ευρώ; Τελειώσαμε την εκπομπή;

Διάβασε αν θέλεις ακόμη:

Άμα δε λιώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα;

Σχόλια

X