Ποιητική ιδιοφυΐα, παθιασμένη ακτιβίστρια, είδωλο των φεμινιστριών, πολυβραβευμένη, ρομαντική, μανιοκαταθλιπτική και αυτοκτονική, ευαίσθητη μα και οργισμένη, η Σύλβια Πλαθ είναι ίσως η πιο αμφιλεγόμενη ποιήτρια και πεζογράφος της εποχής της και ακόμα και σήμερα το έργο της προκαλεί διενέξεις.

Στα ελληνικά βιβλιοπωλεία η ποίηση της Πλαθ είναι είδος υπό εξαφάνιση σύμφωνα με μια τελευταία μου εξόρμηση. Η ποίηση της Πλάθ ήταν και παρέμεινε αντισυμβατική, ειρωνική και μη πιασάρικη.

Κάθε στίχος της καρφί για την ζωή, για εκείνη την ζωή της που ήταν γεμάτη από αποδοχές αλλά και απορρίψεις, πόνο, θλίψη.

Η ίδια είχε πει για τον εαυτό της: «Στο μόνο πράγμα που ήμουν καλή ήταν να κερδίζω υποτροφίες και βραβεία. Και αυτή η εποχή πλησίαζε στο τέλος της».

«Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια»
Γεννημένη το 1932 στην Μασαχουσέτη από γονείς μετανάστες, η Πλαθ θα δείξει από πολύ μικρή το ταλέντο και την κλίση της. Το πρώτο της ποίημα θα το γράψει μόλις στα 8 της χρόνια και από τότε κάθε μέρα στο σχολείο θα γράφει και από ένα ποίημα.

Χάνει μικρή τον πατέρα της Όττο, παρόλο που αυτά τα χρόνια που τον έζησε και ο αυταρχικός χαρακτήρας του την σημαδεύουν. Σε πολλά ποιήματά της αναφέρεται ο πατέρας της, με αποκορύφωμα το ποίημα «Daddy», όπου κάθε στίχος είναι μια μαχαιριά και μια αλήθεια για το ποιος πραγματικά ήταν ο πατέρας και τη σχέση που είχε μαζί του.

Από νωρίς θα αρχίσουν να διαφαίνονται οι ψυχικές διαταραχές της, η κατάθλιψη και η πρώτη της απόπειρα συμβαίνουν στα πρώτα μόλις χρόνια των σπουδών της. Εισάγεται σε ψυχιατρική κλινική και κάπου εκεί το 1953 γράφει το «Γυάλινο Κώδων» (The Bell Jar, πρωτοδημοσιεύτηκε το 1963 με το ψευδώνυμο Βικτόρια Λούκας), το μοναδικό μυθιστόρημά της, το οποίο έχει εμπνευστεί από εκείνη την περίοδο της ψυχικής της κατάρρευσης και νοσηλείας της.

Καταφέρνει όμως να ξεπεράσει εκείνη την περίοδο και δύο χρόνια αργότερα αποφοιτά από το κολέγιο Σμιθ με επαίνους, ενώ κερδίζει και μια υποτροφία Φουλμπράιτ για το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ όπου συνέχισε να γράφει ποίηση και να δημοσιεύει περιστασιακά. Εκεί γνωρίζει τον σύζυγό της και γνωστό ποιητή Τεντ Χιούζ. Θα ερωτευτούν και θα παντρευτούν.

Τα πρώτα δύο χρόνια του έγγαμου βίου τους θα τα περάσουν στις ΗΠΑ. Μέσα σε αυτή την περίοδο η Πλαθ γνώρισε τον ποιητή Ρόμπερτ Λόουελ, ο οποίος άσκησε σημαντικές επιρροές στο έργο της.

Η ποίηση, το καταφύγιό της
Η Πλαθ ζει και γράφει στην Αμερική του ‘50 και του ’60. Σε μια Αμερική όπου η γυναίκα έχει έναν συγκεκριμένο, υποβαθμισμένο, μειωτικό και περιορισμένο υποχρεωτικό ρόλο, αυτόν της συζύγου και της νοικοκυράς. Σε μια Αμερική όπου η έμφυλη και φυλετική ανισότητα «ανθίζει» όπως αργότερα ανθίζουν τα αντιπολεμικά κινήματα και η μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Η ποίηση της Πλαθ είναι μια έκρηξη, μια έκρηξη για τη ζωή, για τις σχέσεις, για τον θάνατο, για την μητέρα και τον πατέρας της, για την οικογένεια, για εκείνη την ίδια.

Τα θεμελιώδη ζητήματα που πραγματεύεται η μανιέρα της Πλαθ αφορούν το θάνατο, τη θυματοποίηση της γυναίκας, την πατριαρχική δομή της κοινωνίας, τα ζητήματα της σεξουαλικότητας, της μητρότητας, της ψυχικής ασθένειας, του σώματος, της φύσης και του εαυτού.

Έμπνευσή της η ζωή της.

Μετακομίζει μαζί με τον Χιούζ στην Αγγλία και το Νorth Tawton και το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί ενώ παράλληλα η Πλαθ εκδίδει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «The Colossus», η οποία απέσπασε πολύ καλές κριτικές.

Παράλληλα, η ζωή της αρχίζει να χάνει επικίνδυνα ξανά τις ισορροπίες της. Η εξωσυζυγική σχέση του Χιούζ με την ποιήτρια Άσια Γουέβιλ, μοιάζει να είναι το τελευταίο χτύπημα στον εύθραυστο ψυχικό της κόσμο. Ο χωρισμός με τον Χιούζ έρχεται ως φυσικό επακόλουθο όπως και η κατάρρευσή της. Η κατάθλιψη ξαναχτυπά και συνοδεύεται με μια έξαρση δημιουργικότητας. Αυτή η δημιουργικότητα θα γεννήσει την «Άριελ».

Άριελ
Η ποιητική συλλογή «Άριελ» θα αποτελέσει το σπουδαιότερο έργο της Πλαθ. Η τελευταία συλλογή ποιημάτων της που θα βρεθούν δακτυλογραφημένα πάνω στο γραφείο της μετά τον θάνατό της. Θα πρωτοεκδοθούν από τον σύζυγό της Τεντ Χιούζ ο οποίος μεν θα προσέξει να αναδείξει το ταλέντο της Πλαθ, αλλά θα φροντίσει επιμελώς να αφαιρέσει όσα κομμάτια ή ποιήματα ήταν πολύ αποκαλυπτικά για τον ίδιον. Θα κάψει επίσης τον τελευταίο τόμο από το ημερολόγιό της όπου είχε καταγράψει την μεταξύ τους σχέση. Για αυτή την πράξη αλλά και για τον θάνατο της Πλαθ κατηγορήθηκε από θαυμαστές και φεμινίστριες και θα λέγαμε στιγματίστηκε στην μετέπειτα ζωή του.

silbia-plath-oi-treis-imeres-prin-tin-autoktonia-w_hr

Το «Άριελ» είναι η κατάθεση ψυχής της Πλαθ των τελευταίων ημερών, το ωριμότερο έργο της, ο τελευταίος της σπασμός, η οργή και η οδύνη της διαλυμένης της ζωής και σχέσης της και ξεκινά με τη γέννηση της κόρης της Φρίντα στο «Πρωινό τραγούδι» που αρχίζει με τη λέξη «αγάπη», και η ιστορία προχωρά με την απελπισία της όταν μαθαίνει την απιστία του συζύγου της. Τέλος, έρχεται ένας τελετουργικός θάνατος και μια έντονη νύξη για αναγέννηση στα πέντε μελισσοκομικά ποιήματα, που δείχνουν πόσο ανυπεράσπιστη αισθανόταν. Στον τελευταίο στίχο του τελευταίου ποιήματος, «Χειμώνας», οι μέλισσες πετούν και γεύονται την άνοιξη.

Η ίδια θα προλογίσει αυτά τα ποιήματα γράφοντας: «Αυτά τα καινούργια μου ποιήματα έχουν κάτι κοινό. Γράφτηκαν στις τέσσερις το πρωί ‒ εκείνη την ασάλευτη, γαλάζια, σχεδόν αιώνια ώρα πριν από το λάλημα του κόκορα, πριν το κλάμα του μωρού, πριν την κουδουνιστή μουσική του γαλατά που τακτοποιεί τις μποτίλιες. Εάν έχουν κάτι ακόμη κοινό, ίσως είναι ότι γράφτηκαν για το αυτί, όχι για το μάτι: είναι ποιήματα που γράφτηκαν για να διαβάζονται δυνατά».

«Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά»
Έξι μήνες μετά τον χωρισμό της και την μετακόμισή της με τα παιδιά στο Λονδίνο ο χειμώνας του 1962/63 είναι εφιαλτικός για την ίδια. Την βρίσκει μόνη, με ελάχιστα χρήματα και άρρωστη.

Στις 11 Φεβρουαρίου 1963, η Σύλβια Πλαθ θα αποφασίσει να δώσει ένα τέλος στη ζωή της.

Ο βιογράφος Ronald Hayman γράφει: «Άνοιξε το παράθυρο του δωματίου τους, αφήνοντας ψωμί και τις κούπες με το γάλα τους δίπλα στις ψηλές κούνιες τους, μολονότι ο Νικ ήταν μόλις δεκατριών μηνών και, άρα, πολύ μικρός για να φάει μόνος του. Υστέρα, παράχωσε πετσέτες και πανιά κάτω από την πόρτα του υπνοδωματίου και της κουζίνας, και στερέωσε κολλητική ταινία στις γωνιές της πόρτας. Όλα αυτά έγιναν σχολαστικά. Ήταν φανερό ότι τούτη η απόπειρα αυτοκτονίας δεν είχε σκοπό να αποτύχει. Κόλλησε ένα σημείωμα πάνω στην κούνια που βρισκόταν στο δωμάτιο δίπλα στην κουζίνα: ‘Παρακαλώ, καλέστε τον δόκτορα Χόρντερ’,  και δίπλα έγραψε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ήξερε τον αριθμό του τηλεφώνου του. Ήξερε ότι το πρωί θα ερχόταν η νοσοκόμα, αλλά τα περισσότερα στοιχεία μαρτυρούν ότι δεν ήθελε να σωθεί, και είναι απίθανο να μην υπολόγισε καλά το χρόνο που θα χρειαζόταν για να πεθάνει από το γκάζι. Δίπλωσε ένα πανί για να ακουμπά το κεφάλι της, άνοιξε όλους τους διακόπτες του γκαζιού κι έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο». Ήταν μόλις 31 χρονών.

Αλλά είμαι η ίδια, πανομοιότυπη γυναίκα.

Όταν συνέβη για πρώτη φορά ήμουνα δέκα.
Ήταν ατύχημα.

Τη δεύτερη σκόπευα
Να διαρκέσει και να μην ξαναγυρίσω πια.

(Λαίδη Λάζαρος, 1962)

Είμαι πάλι ο εαυτός μου. Δεν υπάρχουν εκκρεμότητες.
Είμαι αποστραγγισμένη από αίμα, λευκή σαν κερί, δεν έχω
δεσμεύσεις.
Είμαι επίπεδη και παρθενική, που σημαίνει πως δεν έχει συμ-
βεί τίποτα,
Τίποτα που να μην μπορεί να σβηστεί, να 
ξεριζωθεί και να αποξεσθεί, να αρχίσει ξανά.
Αυτά τα μικρά μαύρα κλαδιά δε σκέφτονται να μπουμπουκιά-
σουν,
Ούτε αυτά τα ξερά, κατάξερα χαντάκια ονειρεύονται τη βροχή.
Αυτή η γυναίκα που με συναντά στα παράθυρα – είναι ευπρεπής.
(Τρεις Γυναίκες, Ένα Ποίημα για Τρεις Φωνές, Winter Trees, 1971)

Σχόλια

X