«Διαμαρτυρία είναι όταν λέω πως αυτό κι αυτό δεν μου αρέσει. Αντίσταση είναι όταν φροντίζω αυτό που δε μου αρέσει, να μη συνεχίζεται”. Ρήση που αφενός προτρέπει στην έμπρακτη αντίσταση, αφετέρου μπορεί να οδηγήσει σε καταστάσεις ζούγκλας, αφού ο καθένας όταν δεν του αρέσει κάτι, αναλαμβάνει δράση.

Μπορεί τα λόγια αυτά να ειπώθηκαν πριν από μισό περίπου αιώνα στη μεταπολεμική Γερμανία, ωστόσο ακόμη και σήμερα η μεταφορά τους στο τώρα, θα ήταν εξαιρετικά επίκαιρη. Ήταν τα λόγια της Ουλρίκε Μάινχοφ, δημοσιογράφου της γερμανικής εφημερίδας ‘Konkret’ και μετέπειτα συνιδρύτριας και βασικού στελέχους της RAF.

Σε μία περίοδο που η Ευρώπη ξεπερνούσε τα τραύματα του φασισμού, σε όλο τον κόσμο αναπτύσσονταν κινήματα κατά του πολέμου και των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Η εισβολή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, οι αναταραχές και δικτατορίες στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, τα αιματηρά γεγονότα στην Παλαιστίνη και την Βόρειο Αφρική, ο γαλλικός Μάης, δεν μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστους και πολίτες άλλων χωρών.

Η «γέννηση”

Δε θα μπορούσαν να μην «αγγίξουν” και τα… παιδιά του φασισμού. Παιδιά που γεννήθηκαν λίγο πριν από την έκρηξη του πολέμου -εν μέσω του πολέμου ή στον τρομερό του απόηχο- κι ήταν παιδιά της θηριωδίας του ναζισμού. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν ήταν δύσκολο να δημιουργηθούν εστίες αντίστασης, με πιο γνωστή την «Φράξια Κόκκινος Στρατός” ή RAF.

Η εν ψυχρώ δολοφονία από τις αστυνομικές δυνάμεις, του φοιτητή Μπένο Ονεσμποργκ στις διαδηλώσεις κατά την επίσκεψη του Σάχη της Περσίας στη Γερμανία, η απόπειρα κατά του ηγέτη της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, Ρούντι Ντούτσκε, από τον Γιόζεφ Μπάχμαν στις 11 Απριλίου του 1968, η απαγόρευση συγκεντρώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και η απαγόρευση εργασίας στο Δημόσιο σε όσους είχαν αριστερό παρελθόν (Berufsverbot) οδήγησαν σταδιακά μια μικρή ομάδα νέων στην παρανομία και στην ίδρυση της RAF.

Μπορεί τα ΜΜΕ να έδωσαν στη συνέχεια το όνομα «Μπάαντερ-Μάινχοφ” στην ομάδα, ωστόσο έτσι πέρα από τον Αντρέας Μπάαντερ και την Ουλρίκε Μάινχοφ, «αδικείται” το τρίτο ιδρυτικό μέλος της οργάνωσης, η Γκούντρουν Έσλιν, η οποία συνέβαλε εξαιρετικά στην ιδεολογική και ριζοσπαστική ωρίμανση της RAF.

Η… ιδρυτική διακήρυξη

Τη στιγμή που σε όλον τον μηχανισμό του γερμανικού κράτους και σε υψηλότατες θέσεις που φτάνανε και στον καγκελάριο, ήταν πρώην ναζί -μέλη της Βέρμαχτ ή Ες Ες- όπως ο βιομήχανος Σλέγιερ, το αντάρτικο πόλης δεν άργησε να ξεκινήσει και είχε σαν στόχο πολυκαταστήματα, συντηρητικές εφημερίδες, επιχειρηματίες και αξιωματούχους. Ιδρυτικές φυσιογνωμίες της οργάνωσης είναι ο Αντρέας Μπάαντερ και η φίλη του Γκούντρουν Ένσλιν, οι οποίοι είχαν τιμωρηθεί τον Οκτώβριο του 1968 με τριετή φυλάκιση, μαζί με τους Θόρβαλντ Προλ και Σενελάιν για τον εμπρησμό δύο πολυκαταστημάτων στην Φρανκφούρτη τον Μάρτιο του 1968.

Ασκώντας έφεση απελευθερώθηκαν, αλλά όταν η έφεσή τους δεν έγινε δεκτή διέφυγαν στην Γαλλία. Μετά από λίγους μήνες επέστρεψαν στην Γερμανία όπου ο Μπάαντερ συλλήφθηκε και φυλακίστηκε τον Απρίλιο του 1969. Με τη βοήθεια της Μάινχοφ, που μέχρι τότε εργάζονταν στην εφημερίδα Konkret, έξι μέλη της ομάδας απελευθέρωσαν τον Μπάαντερ στις 15 Μαΐου 1970.

Έτσι ξεκίνησε μια τρομοκρατική δράση που συμπεριλάμβανε 34 πολιτικές δολοφονίες, με διασημότερα θύματα τον μεγαλοβιομήχανο και πρώην αξιωματικό των SS, Χανς Μάρτιν Σλέγιερ, τον τραπεζίτη Γιούγκερ Πόντο και τον ομοσπονδιακό κατήγορο Ζίγκφιλντ Μπούμπακ.

Το υπόβαθρο
Πέρα από τον Μπάαντερ, όλα σχεδόν τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης είχαν υψηλόβαθμη μόρφωση, είχαν διακριθεί για τις επιδόσεις τους τόσο στα σχολικά χρόνια, όσο και τα φοιτητικά, είχαν λάβει υποτροφίες για το εξωτερικό και κατάγονταν ως επί το πλείστον από μεσοαστικές οικογένειες.

Κάτι τέτοιο οδηγούσε σε συγκρούσεις στο εσωτερικό της οργάνωσης, τόσο στον τρόπο και τον λόγο που αποτυπωνόταν στις προκηρύξεις, όσο και στη δράση καθ’ εαυτή. Όταν δηλαδή η ομάδα έβαλε βόμβα στα γραφεία της εφημερίδας, Bild Zeitung, σκοτώνοντας αθώους εργαζομένους, ξέσπασε διαμάχη ανάμεσα στην Μάινχοφ και την Έσλιν, καθώς σύμφωνα με τη δεύτερη… «Οι αντάρτες πόλεων είχαν ως ηθικό-ιδεολογικό φραγμό να χτυπούν τις επιχειρήσεις και όχι τους εργαζομένους”.

Η φυλάκιση
Μετά από δύο χρόνια δράσης ένα ένα τα μέλη της RAF συλλαμβάνονται από την αστυνομία και οδηγούνται σε κελιά εντελώς απομονωμένοι, τόσο ο ένας από τον άλλο, όσο και από τον έξω κόσμο. Με τη στήριξη τεράστιας μερίδας των Γερμανών, αλλά και απεργίες πείνας, καταφέρνουν να μεταφερθούν σε κοντινά κελιά και να προαυλίζονται μαζί. Με αυτό τον τρόπο με κώδικες γραμμένους σε λογοτεχνικά βιβλία, μεταφέρουν στα στελέχη που αποτελούσαν τη δεύτερη γενιά της RAF, οδηγίες για νέα χτυπήματα.

Ωστόσο ο ξαφνικός θάνατος, που από τις γερμανικές αρχές αποδίδεται σε αυτοκτονία, έβαλε τέλος στην όποια δράση της οργάνωσης. Αρχικά ήταν της Ουλρίκε Μάινχοφ, η οποία βρέθηκε απαγχονισμένη στο κελί της. Μετέπειτα έρευνες έδειξαν ότι ο θάνατος είχε έρθει πριν κρεμαστεί. Μετά από μία αποτυχημένη προσπάθεια εκβιασμού των αρχών από τα στελέχη της RAF ώστε να απελευθερώσουν τους φυλακισμένους συντρόφους τους, οι υπόλοιποι τρεις κρατούμενοι (Μπάαντερ, Έσλιν, Ράσπε) βρέθηκαν και αυτοί στα κελιά τους νεκροί. Οι Μπάαντερ και Ράσπε με σφαίρα από πιστόλι και η Έσλιν κρεμασμένη.

Οι… υποψίες
Σύμφωνα όμως με υποστηρικτές της οργάνωσης, η αυτοκτονία δεν ήταν και τόσο… αυτοκτονία, μιας και το όπλο που είχε λάβει ο Μπάαντερ κρυφά μέσα στη φυλακή, δεν ήταν δυνατό να μην είχε βρεθεί από τους φρουρούς όταν άλλαξε κελί και ούτε να μην ακούστηκε ο πυροβολισμός, ενώ το σχοινί που κρεμάστηκε η Έσλιν ήταν τόσο λεπτό που με το που την άγγιξαν οι φρουροί, έσπασε. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν, καθώς όταν ο κρεμασμένος χάνει τις αισθήσεις του, το σώμα συσπάται έντονα και ένα τόσο λεπτό σχοινί θα είχε σπάσει τότε και όχι με το άγγιγμα των φρουρών.

Πέρα όμως από την αυτοκτονία, που μπορεί και να ισχύει, ο θάνατος προκαλείται και αλλιώς μέσα σε λευκά κελιά. Όπως είχε αναφέρει ο υποστηρικτής της RAF, Ζαν Πωλ Σατρ… «η έλλειψη επικοινωνίας με τους άλλους μέσω του ήχου δημιουργεί βαθιά προβλήματα, προβλήματα με το κυκλοφορικό του σώματος, και προβλήματα συνείδησης. Αυτά τα τελευταία καταστρέφουν τη σκέψη με το να αποδίδει όλο και περισσότερο δύσκολα. Σιγά-σιγά, αυτό προκαλεί λιποθυμίες, στη συνέχεια παραλήρημα και, προφανώς, τρέλα.

Έτσι ακόμη και αν δεν υπάρχει “βασανιστής”, υπάρχουν άνθρωποι που βασανίζονται σε ένα άλλο επίπεδο. Αυτός ο βασανισμός προκαλεί ελλείμματα στον κρατούμενο τον οδηγεί στην αποβλάκωση ή στο θάνατο”.

Είτε με άμεσο, είτε με έμμεσο λοιπόν τρόπο, το τέλος της οργάνωσης γράφηκε όπως ξεκίνησε… με αίμα. Όπως είχε γράψει και παλαιότερα η Μάινχοφ… «Τα αστεία σταμάτησαν”.

Σχόλια

X