Παρασκευή 28 Ιουλίου. Μεσούντος του καλοκαιριού. Εδώ πάντα κρατάει παραπάνω. Άλλος κόσμος. Άλλος πλανήτης. Σε λίγο θα έχουμε τα «μπάνια του λαού». Τι αστεία έκφραση!

Αλμυρίκια! Αντηλιακό! Αλμύρα! Ανυπομονησία! Ανεμολόγιο! Αρμενιστής! Αγάπη! Οι λέξεις του καλοκαιριού πάντα στην αρχή!

Άνθρωποι και βαλίτσες! Άνθρωποι και «θέλω»! Πολλά! Σακιά φορτωμένα! Τι πήγε στραβά στο ταξίδι; Λάθος ο συνταξιδιώτης; Λάθος ο χάρτης; Χαλασμένη πυξίδα; Σαν εκείνη του Θωμά που δεν έδειχνε ποτέ το βορρά! Μόνο τη δύση. Μα γίνεται; Γίνεται!

Τσιμέντο και τζιτζίκια! Για κάποιους η θάλασσα ανάγκη κι άπιαστο όνειρο. Έχει κι από αυτούς! Μετρούν μέρες. Θα ρθει η στιγμή! Θα μπουν στο πλοίο, θα κάτσουν στην πρύμνη να κοιτούν τι αφήνουν πίσω!

«Είδα όνειρο ότι πέθανα. Μούδιασε το σώμα.» Σακιά! Βαρίδια! Ξέρω πολλούς ανθρώπους. Ονειρεύονται θάλασσες για να ελαφρύνουν. Μην το ‘χεις για λίγο! Η κολυμβήθρα του Σιλωάμ μπροστά σου! Ανάγκη να βουτήξεις…

Θα ερημώσουν οι πόλεις. Θα γεμίσουν φωνές παιδιών τα χωριά. Οι μακρινοί συγγενείς και οι παλιοί φίλοι, «οι φίλοι του καλοκαιριού» θα σμίξουν κάτω από αστροφεγγιές και νηνεμίες. Κάτω από ουρανούς καθαρούς με καθαρές κουβέντες και γέλια. Η εποχή του γέλιου! Πανάκεια για τη μουντή και απρόσωπη εποχή μας…

Εγώ… Εγώ δεν ξέρω. Η άγνοιά μου υποκλίνεται μπροστά σου! Δεν ξέρω τι περιμένω από τούτο το παράξενο καλοκαίρι. Θα μαζέψω τα ρούχα μου. Θα τα κλείσω σε ένα σακίδιο. Άδειες κρεμάστρες στην ντουλάπα. Θλιβερές εικόνες χωρίς προοπτική. Θέλω μόνο να βρω στο δρόμο μου ανθρώπους. Τούτο έψαχνα πάντα από την αρχή του ταξιδιού. Να μιλώ και να ακούω. Θαρρώ πως κάτι έχω καταφέρει. Μέσα σε ένα πλήθος απρόσωπο που πέρασα τη ζωή μου ξεχώρισα κάποιους συνοδοιπόρους που κράτησαν για λίγο τη βαλίτσα μου να ξεκουράσουν τα χέρια μου. Και είναι το ευχαριστώ λίγο! Μα για την ώρα έχω μόνο αυτό!

Ελπίζω πως όταν περάσω από τα χρόνια και κάνω ταμείο να έχω καταφέρει να πιστέψω πάλι στην καλοσύνη και στην αγάπη των ξένων. Να ξερες πόσο σημαντική είναι! Δεν έχει πιο όμορφη ανάμνηση ετούτη η ζωή… Για την άλλη δεν ξέρω…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X