Η εφηβική ηλικία, όσο δύσκολη είναι μια πλευρά σαν αναπτυξιακή φάση του ατόμου, άλλο τόσο συναρπαστική είναι από την άλλη. Θυμήθηκα, κοιτάζοντας κάποιες φωτογραφίες από το σχολείο, τις υπέροχες στιγμές που περνούσαμε, καθώς χαράζαμε την πορεία μας προς την ανεξαρτητοποίηση. Τότε που δεν ήμασταν ούτε μεγάλοι, ούτε μικροί, αλλά εμείς αισθανόμασταν «μεγάλοι», μέχρι που κάναμε μία μαλακία και θέλαμε να μας συμπεριφερθούν ως μικρούς .

Όλοι μας, άλλοι σε μεγαλύτερο κι άλλοι σε μικρότερο βαθμό, περάσαμε τις φάσεις με τις αναπάντητες αλλά και τα ραβασάκια στις τσάντες ή στα θρανία. Κάποτε, τότε που βάζαμε δεκάευρη κάρτα ανά δύο μέρες, μιας και το μήνυμα είχε μεγάλη χρέωση η αναπάντητη με απόκρυψη ήταν σουξεδάκι. Τα μηνύματα του στυλ «σ, αγαπώ, μ’ αγαπάς, είμαστε ο ένας το μισό του άλλου» ή «δολάριο, ευρώ, δραχμή κλπ και στο τέλος τελικά είσαι όλα τα λεφτά μωρό μου», έδιναν και έπαιρναν. Όποιος «γούσταρε» κάποιον ή κάποια έκανε αναπάντητη. Εσύ από την άλλη, που ήξερες λίγο- πολύ ποιος μπορεί να ήταν, προσποιούσουν ότι δεν καταλάβαινες περί τίνος πρόκειται και «έψηνες» την κατάσταση ακόμα περισσότερο. Αν από την άλλη δεν πολυγούσταρες την κατάσταση, τυχαία σε κάποιο διάλειμμα του σχολείου, και ενώ είχες κάτσει στο σωστό σημείο για να σε ακούσει αυτός που ήθελες, αναφωνούσες: «ξέρω ποιος κάνει αναπάντητη και να το σταματήσει. Για να μην νομίζει δηλαδή ότι δεν τον καταλάβαμε».

Τα ραβασάκια ήταν δείγμα των τελευταίων τάξεων του δημοτικού και του γυμνασίου. Έβρισκες στην τσάντα, στο βιβλίο, στην κασετίνα ή στο θρανίο ένα σημείωμα που έγραφε για αγάπες, έρωτες, βέλη και τελείωνε με ώρα και τόπο συνάντησης. Το πιο συνηθισμένο ήταν: «Αν θέλεις να μάθεις ποιος είμαι σε περιμένω στο δεύτερο διάλειμμα πίσω από το λυόμενη αίθουσα της έκτης. Δεν κάνω πλάκα, σ’ αγαπώ». Συνήθως, αυτός που έστελνε το ραβασάκι, δεν έγραφε ο ίδιος το σημείωμα, αντίθετα αυτή την αρμοδιότητα την αναλάμβανε κάποιος φίλος για ξεκάρφωμα. Τις περισσότερες φορές τα ραβασάκια ήταν πραγματικά και κάποιες άλλες, ένιωθες ότι θα ήθελες να ανοίξει η γη και να σε καταπιεί από την ντροπή, μιας και δεν έβρισκες κανέναν στο σημείο συνάντησης. Αυτό μάλλον ήταν η θετικότερη έκβαση μιας και υπήρχαν και περιπτώσεις , που μπορεί να άφηναν κάποιο αντικείμενο, κάποιο επιπλέον σημείωμα ή ακόμα και να ήταν μαζεμένοι όλοι οι φίλοι σου. Και αφού εσύ πήγαινες,  ακουγόταν σε όλο το οικοδομικό τετράγωνο πνιχτό γελάκι με αναφιλητά.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Όταν ήθελες κάποιον και σε ήθελε και εκείνος, γεγονός που διαπίστωνες από τον ρόλο των διαμεσολαβητών, που αναλάμβαναν οι φίλοι της μιας και της άλλης πλευράς, κανόνιζες ραντεβού. Το ραντεβού ήταν γεγονός της χρονιάς, ποιος βγήκε ραντεβού με ποια, και το σχολείο την επόμενη μέρα έβγαζε εφημερίδα. Ποιος φίλησε πρώτος ποιον, αν φιλήθηκες με γλώσσα ή όχι (η πρώτη εποχή που άρχισες να φιλάς με γλώσσα. Το μεταίχμιο από τα πεταχτά φιλιά στα χείλη στα φιλιά με γλώσσα), αν σου έπιασε ή έπιασες τίποτα παραπάνω. Ας το πάρουμε καλύτερα με την σειρά. Τα στάδια που ακολουθούσε μία διαδικασία για το προκαθορισμένο ραντεβού ήταν η εξής:

1)      Ήταν συνήθως Σαββατοκύριακο ή απογεύματα καθημερινής

2)      Ξυπνούσες από τις 9 για να έρθει η παρέα σου να σε βοηθήσει

3)      Έφευγες μία ώρα πριν για απόσταση ενός τετάρτου

4)      Ερχόταν αυτός που ήθελες. Πράγμα που διαπίστωνες χωρίς να τον δεις, γιατί ένα σύννεφο αρώματος, σχεδόν σε έπνιγε. Ένας τόνος str8 αρώματος με χαρακτηριστική μυρωδιά, αφού το φορούσε το 90% του σχολείου. Αισθανόσασταν αμήχανα και μετά την χειραψία που δίνατε αντανακλαστικά, πετούσατε και ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. Σου έλεγε στη συνέχεια αγχωμένος: «που θέλεις να πάμε;», εσύ του απαντούσες, κάπως αμήχανα επίσης: «δεν έχω πρόβλημα όπου θέλεις». Συνέχιζε ξανά εκείνος: «Ούτε εγώ έχω πρόβλημα, πες μου». Στεκόσασταν μέσα στο κρύο του Ιανουαρίου μισή ώρα, μιας και δεν είχατε πρόβλημα, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος για το μέρος που θα πάτε και στο τέλος κάποιος από τους δύο, πέταγε μια ιδέα για το ροκ μπαράκι (ξέρει ότι ακούς ροκ και παίζει στο γήπεδό σου) και γλιτώνατε τα κρυοπαγήματα.

5)      Αποφασίζατε τι θα πιείτε. Εσύ έλεγες ένα καφέ φίλτρου για να τον εντυπωσιάσεις που δεν πίνεις φραπέ γλυκό με γάλα, όπως τα μικρά (ποια μικρά δηλαδή; ) Και εκείνος για να σε εντυπωσιάσει ακόμα περισσότερο, ζητούσε μία carib για να σου δείξει ότι ξέρει να πίνει ποτό, καθώς θα ζούλαγε το λεμόνι να πέσει μέσα στην μπύρα και εσύ να πεις: «ουάου», γιατί είχες στο νου σου, ότι θα παραγγείλει σίγουρα σπράιτ με γρεναδίνη.

6)      Συζητούσατε περί ανέμων και υδάτων

7)      Αρχίζατε να μπαίνετε στο ψητό κάπως χλιαρά

8)      Λέγατε μου αρέσεις, σου αρέσω

9)      Αμηχανία

10)   Αμηχανία

11)   Πίνατε από το ποτό σας

12)   Παύση

13)   Κάποιος θα έλεγε ένα ηλίθιο ανέκδοτο, αλλά θα γελούσε ο άλλος, για να μην νιώσει άσχημα ο πρώτος

14)   Θα έσπαγε ο πάγος

15)   Θα πληρώνατε

16)   Στο δρόμο για τον γυρισμό θα καθόσασταν σε ένα παγκάκι και θα φιλιόσασταν μετά από μισή ώρα συζήτησης για το ηλιοβασίλεμα, τα όμορφα μάτια σας, τις κάμπιες που δεν υπάρχουν Ιανουάριο μήνα και μετά παύση. Ατελείωτη παύση, ένιωθες ένα σκίρτημα και έλεγες στον εαυτό σου, θα τον φιλήσω τώρα. Το ίδιο έκανε και ο ίδιος, αλλά τελικά σκαλώνατε.

Ερχόσασταν πιο κοντά, γιατί είχε κρύο Ιανουάριο μήνα στα Γιάννενα 10 το βράδυ, τα κεφάλια σας έγερναν το ένα κοντά στο άλλο από την ρομαντική διάθεση της στιγμής και ήσασταν αμίλητοι. Μέχρι που οι μύτες σας σχεδόν ακούμπησαν η μία την άλλη και τότε φιληθήκατε αμέσως για κανένα δεκάλεπτο. Πολύ χαρούμενη στιγμή αλλά και αμήχανη, καθώς σκεφτόσουν, πώς να μαζέψεις τα σάλια χωρίς να σε δει και να σκεφτεί ότι δεν ξέρεις να φιλάς με γλώσσα 15 χρονών πλάσμα. Τα θεωρητικά μαθήματα που έκαναν οι φίλοι σου, ως τάχα μου έμπειροι, γιατί έτυχε να φιληθούν τις προάλλες και ήταν οι άρχοντες της ασφάλτου, δεν έπιασαν τόπο. Σκεφτόσουν λοιπόν, πώς να μαζευτείς, χωρίς να ξεφτιλιστείς στον έρωτα της ζωής σου. Έτσι έχεις τη φαεινή ιδέα, να τον αγκαλιάσεις σφιχτά και να ρίξεις τα μούτρα σου στην καρδιά του, από τον έρωτα και την στιγμή, για να ακούσεις το τικ- τακ και όντως πέτυχε! Σκούπισες τα σάλια από την μπλούζα του και εκείνος, που σκεφτόταν το ίδιο, από τα μαλλιά σου. Κανένας χαμένος λοιπόν και την επόμενη μέρα στο σχολείο, έλαμπες από τον έρωτα και μιλούσες για τον καταπληκτικό τρόπο που φιλούσε ο έρωτάς σου και εκείνος έλεγε για το καταπληκτικό φιλί στο λαιμό που κατέληξε σε πιπιλιά. Η πιπιλιά τότε ήταν δείγμα εμπειρίας, έλεγες «μου έκανε μία πιπιλιά ή έκανα μία πιπιλιά» και όχι απειρίας.  Η συγκέντρωση μηδέν, όλη μέρα ονειροπολούσες και χάραζες στο θρανίο τα αρχικά σας και δίπλα = L.F.E., μέχρι που χώριζες σε πέντε μέρες γιατί ένιωθες πως σε πιέζει αυτή η σχέση και δεν ταιριάζετε, καθώς η απόσταση Γ1 με Γ4 ήταν μεγάλη. Κλάμα, κακό και μελαγχολικά τραγούδια για την επόμενη εβδομάδα συνέθεταν το σκηνικό των πρώτων ερωτικών εμπειριών σου.

Πόσο αφελή και παιδιάστικα μοιάζουν όλα αυτά με μία πρώτη ματιά, αλλά αν δεν είχαν συμβεί με αυτούς τους ρυθμούς, δεν θα έφτανες ποτέ στην σημερινή μορφή. Τα ραβασάκια, οι αναπάντητες, η αμηχανία, τα πρώτα πάρτι στα 14 που έπαιζες μπουκάλα και έπρεπε να φιλήσεις κάποιον, το θάρρος ή η αλήθεια και το τι κάνει ο κύριος στην κυρία, ήταν τα στάδια των βημάτων σου προς την σεξουαλικότητα. Μέσα από όλα αυτά τα «χαζά» πράγματα, όπως τα βλέπεις σήμερα, κατάφερες να προετοιμαστείς και να εισέρθεις σταδιακά στον κόσμο των ενηλίκων. Πόσο σημαντικές καταστάσεις όλα αυτά λοιπόν; Και πόσο τρυφερές και αστείες.

Με παιχνιδιάρικο τρόπο, τότε που ένιωθες μεγάλος, κατάφερες να μάθεις πως φιλάνε, πως αγγίζουν, πως αγκαλιάζουν και πως αισθάνονται.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Έφη Γιάννου

Η Έφη Γιάννου είναι νηπιαγωγός, απόφοιτος του ΕΚΠΑ. Της αρέσει να έχει πολλές εναλλακτικές και βαριέται την ρουτίνα. Σε γενικές γραμμές είναι στην τσίτα γι' αυτό και κάνει διαρκώς καινούρια πράγματα. Λατρεύει τη φωτογραφία και ξεχύνεται στους δρόμους με αυτή. Κάνει ποδήλατο, περπατάει πολύ και της αρέσουν οι συναυλίες, τα φεστιβάλ, τα πάρτι και η βόλτα με φίλους και μπύρα στο χέρι. Αγαπά πολύ τα παιδιά και πολλές δράσεις αφορούν την συναναστροφή της με αυτά. Μουσικοκινητικά παιχνίδια, θέατρο, κατασκευές. Το γράψιμο και το γέλιο είναι η "ψυχοθεραπεία" της.

Σχετικά Άρθρα

X