Είχα χρόνια να σε δω κι ας μέναμε στην ίδια πόλη. Ένα καιρό μοιραστήκαμε και το ίδιο σπίτι κι ύστερα εσύ γύρισες στα πάτρια εδάφη κι εγώ άλλαξα σπίτι.

Αλήθεια, είχα πολλά χρόνια να σε δω. Κάπου χαθήκαμε, μπερδευτήκαμε ή φάγαμε και μεγάλη παραμύθα από τη ζωή κι ήρθε και η απογοήτευση όταν συνειδητοποιήσαμε την αλήθεια.

Ήρθες με το πιτσιρίκι. Διακριτικά και χωρίς ενοχές το παραδώσαμε στην κοπέλα του παιδότοπου κι έκατσες απέναντι. Μόνο εγώ δεν έχω αίσθηση του χρόνου; Δεν άλλαξες. Κι άλλαξες μέσα σου. Μεταμορφώθηκες, ωρίμασες, φουρτούνιασε το αίμα στους κροτάφους από τις ευθύνες και τα βάρη. Πόσα βάρη να σήκωσες από τότε που χαθήκαμε!

Αρχίσαμε το υπαρξιακό παραλήρημα. Αυτή την πολυλογία για τον κόσμο που σε κάνει άτολμο και λίγο και μικρό και ανικανοποίητο, εθισμένο στη ρουτίνα της καθημερινότητας και του μάταιου. Είναι που δεν παίρνουμε και ποτέ ό,τι μας δίνουν, όχι από υπερηφάνεια αλλά από διεκδίκηση. Να το κερδίσουμε με ιδρώτα. Να νιώσουμε ότι δε μας έμεινε αμανάτι ό,τι περίσσεψε μα εκείνο που ποθήσαμε και κυνηγήσαμε.

Είχα χρόνια να σε δω. Δε θυμάμαι πια πόσα. Πολλά… Στα είπα όλα. Μου είπες κι εσύ… Ήταν σα να μην είχε περάσει ούτε μέρα κι ας προσπέρασαν πολλά χρόνια. Δε μείναμε στα παλιά. Αναμοχλεύαμε το τώρα από φόβο μήπως σκεφτούμε ότι μεγαλώσαμε. Στο τώρα μείναμε. Ούτε στο αύριο. Αυτό δεν το σκεφτήκαμε και ποτέ. Δεν αξιώθηκε να πάρει ούτε μια φορά θέση. Ούτε δέκα λεπτά δε σπαταλήσαμε να το φανταστούμε. Γιατί εμείς δεν είμασταν ποτέ μαριονέτες χορτασμένες και υπάκουες που κουνούσαμε χέρια και πόδια με σκοινιά που κινούσαν οι άλλοι. Δε σου άρεσαν ποτέ τα σκοινιά και οι αλυσίδες.

Είχα χρόνια να σε δω. Δε θυμάμαι πόσα. Χοάνη τα χρόνια που πέρασαν. Εκείνα που υπολόγισα και τα άλλα που έχασα το μέτρημα. Λες και ο κόσμος μετριέται με χρόνια. Με ανάσες μετριέται και αχ! Πολλά αχ! Τόσα πολλά που αγγίζουν το άπειρο. Μετράς πάντα και άχρηστες αποσκευές με άχρηστα πράγματα.

Σε άκουγα να μιλάς κι ύστερα σιωπές για να ακούσεις. Να αφουγκραστείς αν κι εγώ άλλαξα. Απαξιώσαμε τη μοναξιά εκείνο το βράδυ κι εθιστήκαμε στη μυρωδιά της συνάντησης, στο σμίξιμο δυο ανθρώπων που είχαν πολλά χρόνια να βρεθούν. Ένα χεράκι σου χάιδεψε τα μαλλιά κι ένα πρόσωπο κουρασμένο ξεπρόβαλε. Είσαι καλή μαμά γιατί είσαι ευτυχισμένη κι ας μην το ξέρεις. Γέμισε το πρόσωπο σου με χαμόγελο και για μια στιγμή μου φάνηκε πως γέμισε κι ο κόσμος καρδούλες παιδικές και πολύχρωμους φιόγκους.

images

Δώσαμε υπόσχεση να μη χαθούμε. Είμαι σίγουρη ότι θα την κρατήσουμε. Κι όπως έφευγα είδα δυο ανθρώπους να με χαιρετούν. Ήσουν εσύ και το άλλο εσύ. Το καινούριο μικρό ανθρωπάκι που με γλυκιά αυθάδεια απαιτεί την προσοχή και την αγάπη σου. Και χιλιάδες μπαλόνια και λευκά πανιά υψωμένα. Ήταν η διάθλαση του χρόνου που ακούμπησε μπροστά μου τη συνέχεια σα τεθλασμένη γραμμή.

Είχα χρόνια να σε δω Ειρήνη. Δε θυμάμαι πόσα. «Μα τα υπόλοιπα είναι σιωπή»!

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X