Είναι στιγμές στη ζωή μας, που θα μας μείνουν αξέχαστες. Οι περισσότερες εξ αυτών έχουν ως πρωταγωνιστές αγαπημένα μας πρόσωπα, φίλους ή συγγενείς, ωστόσο αυτή που θα σας εξιστορήσω σε λίγο έχει έναν άνθρωπο άγνωστο σε εμένα και στους γύρω μου.

Τα ονόματα της ιστορίας λοιπόν θα αλλάξουν για ευνόητους λόγους, με το μοναδικό που θα μείνει ίδιο να είναι αυτό του κύριου πρωταγωνιστή. Του Γιώργου.

Βρισκόμουν λοιπόν, ελέω των εορταστικών ημερών, σε ένα συνοικιακό κουτούκι με καλή και μεγάλη παρέα, ακούγοντας γνωστά και αγαπημένα τραγούδια. Το βράδυ κυλούσε με ένα ιδιαίτερο αίσθημα μελαγχολίας και χαράς, απόρροια του γεγονότος πως πολλά άτομα από την παρέα είχα καιρό να τα δω.  Καθώς η ώρα περνούσε ένας-ένας αποχωρούσε, άλλοι για το ζεστό τους κρεβάτι (εργάσιμη μέρα η επομένη γαρ) και άλλοι για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Είπαμε, εορταστικές είναι οι μέρες, όλα επιτρέπονται.

Με το ρολόι να βρίσκεται στις 12.30 λοιπόν και την παρέα μου να έχει μειωθεί επικίνδυνα θεώρησα πως ίσως ήταν ένα βράδυ που θα επέστρεφα νωρίς στο σπίτι μου. Έκανα λάθος και σε αυτό «ευθύνεται» η Ελευθερία. Η Ελευθερία είναι παλιά συμμαθήτρια από το Γυμνάσιο και το Λύκειο, με την οποία ωστόσο συμβαίνει το εξής περίεργο. Τα χρόνια που πέρασαν από την στιγμή που τελείωσε η «θητεία» μας πίσω από τα θρανία μέχρι σήμερα μας άλλαξαν τόσο σαν ανθρώπους (αυτή η εικόνα μου δημιουργήθηκε δηλαδή) που η κουβέντα που ακολούθησε μαζί της δεν θύμιζε την κουβέντα δύο παλαιών συμμαθητών που ήταν απλοί γνωστοί στο σχολείο (γιατί κάτι τέτοιο συνέβαινε). Η Ελευθερία λοιπόν, μαζί με την φίλη της Αθανασία, έμελλαν να είναι η εξαίσια παρέα μου για τις επόμενες δύο και βάλε ώρες.

Για να συνεχίσω ωστόσο την αφήγησή μου θα πρέπει να κάνω μια μικρή παρένθεση. Όντας από τους οργανωτές εκείνης της βραδιάς, με την αρχική μου φυσικά παρέα, είχα αναλάβει τον ρόλο του να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι, με την βασική προϋπόθεση για να συμβεί κάτι τέτοιο να είναι να καθίσουν όλοι! Από την αρχή λοιπόν που βρισκόμουν στο μαγαζί ήμουν συνεχώς στην «γύρα» για επιπλέον καρέκλες, ώστε να βολευτούν οι πάντες. Σε αυτή την αναζήτηση λοιπόν αντάλλαξα τις πρώτες μου κουβέντες με τον μετέπειτα πρωταγωνιστή της ιστορίας μου Γιώργο.

Και μετά τον μικρό μεν αλλά αναγκαίο εγκιβωτισμό, επιστρέφω στην αρχική μου αφήγηση. Εκεί που καθόμουν λοιπόν και απολάμβανα το κρασί μου με την παρέα της Ελευθερίας και της Αθανασίας, ο Γιώργος (σ.σ Τότε δεν γνώριζα το όνομά του) πέρασε από δίπλα μου και κοκάλωσε. «Εσύ δεν είσαι που.», μου είπε και αμέσως κατάλαβα πως η συνέχεια της φράσης του θα ήταν «.έψαχνες μανιωδώς καρέκλες πριν από τρεις ώρες», και απάντησα καταφατικά. «Να καθίσω στην παρέα σας;», μας ρώτησε και φυσικά δεχτήκαμε.

Αφού έγιναν οι τυπικές συστάσεις ο Γιώργος γύρισε σχεδόν ακαριαία και μου είπε: «Δεν φαίνεσαι να είσαι και πολύ καλά. Τι σε απασχολεί;». «Δεν έχω κάτι, χαλαρώνουμε απλά», του απάντησα με ειλικρίνεια. «Μακάρι.», ήταν τα επόμενα λόγια του και αμέσως έσπευσα να τον καθησυχάσω περαιτέρω «Και γιατί να μην είμαι καλά; Τα μικρά πράγματα στην ζωή έχουν αξία. Η καλή παρέα, η μουσική που ακούμε, το κρασί που πίνουμε», δήλωσα κάπου χαμένος ανάμεσα στα τρία αυτά στοιχεία.

«Τα ψιλολόγια. Μόνο αυτά μετράνε». Έτσι μου είπε. Επανέλαβε την λέξη ψιλολόγια κάμποσες φορές και κάθε φορά μου φαινόταν και πιο ωραία. Πιο σωστή. «Πριν κάτι μέρες τάισα.», μου είπε «.κάτι φιλαράκια. Μια ομελέτα, σαλάτα και κρασάκι. Ένιωσα γεμάτος», μου εκμυστηρεύτηκε και συνέχισε απτόητος «Πρόσφατα έβαλα και βαρελάκι στο σπίτι. Υπέροχο κρασί. Όποτε θες να ξέρεις, μπορείς να έρθεις να σε κεράσω (σ.σ μου είπε εξήγησε που μένει). Αν δεν είμαι εκεί. θα είμαι σε 10 λεπτά, το πολύ ένα τέταρτο και κατά πάσα πιθανότητα θα είναι ο αδερφός μου. Η μάνα μου θα μας φτιάξει μεζεδάκια. Γιατί στην ζωή μετράνε τα ψιλολόγια.».

Αυτό κρατάω. Ο Γιώργος κατά πάσα πιθανότητα είχε πιεί κάτι παραπάνω εκείνο το βράδυ. Μπορεί το επόμενο πρωινό να μην θυμόταν καν εμένα, την Ελευθερία ή την Αθανασία, ωστόσο ακόμα και αυτό να συμβαίνει, δεν μειώνει την σημασία των όσων είπε. Τα ψιλολόγια. Μόνο αυτά μετράνε.

(3/1/2012)

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Σωτηρόπουλος

ΕλληνοΚαναδός από μητέρα, Χιλιαδιώτης (Φωκίδας) από πατέρα, ήξερε από μικρός πως θέλει να γίνει δημοσιογράφος. Περισσότερο από τα άλλα παιδάκια. Σπούδασε Επικοινωνία και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στο Καποδιστριακό και εργάστηκε σε διάφορα αθλητικά site (balla.gr, sport.gr) προτού μεταπηδήσει στο τεχνικό κομμάτι της διαδικτυακής τηλεόρασης (livestreaming). Σπουδαιότερη εμπειρία της ζωής του, μαζί με ένα buzzer beater στην ηλικία των 8 ετών, η πρόσφατη παρουσία του στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας, στο οποίο αποτέλεσε και ανταποκριτής του gazzetta.gr. Στο 3point κάνει αυτό που αγαπά περισσότερο, πλάκα με φίλους και δημοσιογραφία χωρίς αφεντικά.

Σχετικά Άρθρα

X