Βλέποντας τις εικόνες από την Αμυγδαλέζα, αναρωτιέται κανείς, ποιος σκέφτηκε να βάλει ανθρώπους σε κλουβιά. Πόσο ντροπιαστικό για μία κοινωνία να ησυχάζει και να σωπαίνει, χαμογελώντας με την ελπίδα της ευημερίας, ενώ σε κάποιους ανθρώπους στερείται το βασικότερο δικαίωμα, του σεβασμού της ανθρώπινης υπόστασης.

Την Αμυγδαλέζα την έφτιαξε η σιωπή μας. Η πολιτική του φράχτη στον Έβρο, του κυνηγιού των μεταναστών, στο κέντρο της Αθήνας, των μικρών κρατητηρίων όπου στοιβάζονταν για μήνες σε απόλυτα ανθυγιεινές συνθήκες μετανάστες ερχόταν ως φυσικό επακόλουθο μιας αντίληψης που ενυπήρχε στην ελληνική κοινωνία, που δεν χωράει το διαφορετικό. Που ποινικοποιεί τους μετανάστες για την άσχημη κατάσταση της καθημερινότητας και την εγκληματικότητα. Στις εκλογές του ’12 άκουγες συχνά «δεν ψηφίζω ΣΥΡΙΖΑ, για τη στάση του γιατί δε μ’ αρέσουν οι θέσεις του για τους μετανάστες». Το 2014 η άρση αυτού του δισταγμού ήρθε με την επικράτηση του οικονομικού έναντι του δικαιωματικού.

Όσο κι αν η νέα κυβέρνηση έχει πίσω της μια ιστορία στους αγώνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που άλλωστε η ευαισθησία σε αυτά αποτελούσε και ταυτοτικό στοιχείο του κόμματος που σήμερα έχει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, έχει και μια κοινωνία η οποία δεν έχει απολέσει στοιχεία ρατσιστικά και εθνικιστικά. Κορυφή στο παγόβουνο, η περίπτωση των φραουλοπαραγωγών στη Μανωλάδα. Το να έχεις εργάτες στους οποίους συμπεριφέρεσαι σα δούλους και δε διστάζεις να τους σκοτώσεις όταν διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, είναι σαφώς παράνομο, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει καμία νομοθεσία. Συνέβαινε και συμβαίνει όμως στα χωριά της Πελοποννήσου. Στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας. Με τη σιωπηλή συναίνεση των ντόπιων.

Να θυμηθούμε τις οροθετικές του Ανδρέα Λοβέρδου. Όχι ως κυβερνητική πράξη, αλλά τη φυσικότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε από την ελληνική κοινωνία ο στιγματισμός, με τη δημοσιοποίηση των φωτογραφιών οροθετικών γυναικών. Πόσο εύκολα δημιουργήθηκε η αφήγηση όπου η διαπόμπευση δικαιολογείται στο όνομα της προστασίας της ελληνικής οικογένειας. «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».

dogville2

Καθώς θυμόμαστε αυτά και τόσα άλλα, η ελληνική κοινωνία θυμίζει όλο και περισσότερο τους κατοίκους του Dogville. Οι φιλήσυχοι, αξιαγάπητοι, χωριάτες, στην αρχή αντιμετωπίζουν με δισταγμό το διαφορετικό. Μετά επωφελούνται από την εκμετάλλευση του ανθρώπου. Τέλος μετατρέπονται στους χειρότερους εξουσιαστές, βασανιστές, προκαλώντας τη νέμεση και μετά την κάθαρση, στην περίπτωση της ταινίας.

Ασφαλώς δεν υποστηρίζω την άποψη ότι όλοι είμαστε λίγο ρατσιστές, αλλά ότι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο αναπαράγονται στοιχεία την πολιτισμικής μας ταυτότητας από την οικογένεια, το σχολείο, τα ΜΜΕ ενέχει έννοιες «εθνικής» υπερηφάνειας, ανδρικής ανωτερότητας, καθώς και ταύτισης της χριστιανικής πίστης με την ελληνικότητα. Η παράξενη συγκυβέρνηση λοιπόν, που έχουμε σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο από το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που βασανίζεται από συντηρητισμό, φοβίες, από πατριαρχία, από δογματισμό θρησκευτικό και όχι μόνο. Τα προηγούμενα χρόνια, οι κυβερνήσεις εκπροσωπούσαν το πιο συντηρητικό κομμάτι αυτής της ήδη συντηρητικής κοινωνίας. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι στην κυβέρνηση που έχουν πολύ πιο προοδευτικές, ριζοσπαστικές αντιλήψεις, από αυτές που έχουν καλλιεργηθεί για χρόνια, στην ελληνική οικογένεια και την ελληνική εκπαίδευση.

Προσωπικά περισσότερο από τους νόμους που θα αλλάξουν το θεσμικό πλαίσιο για τις πληττόμενες κοινωνικές ομάδες, αναμένω με μεγαλύτερη αγωνία, μια συνολική αλλαγή στην παιδεία και τον πολιτισμό του κάθε νέου ανθρώπου σε αυτή την κοινωνία. Μια νέα αντίληψη που δε θα φοβάται το διαφορετικό και δε θα σωπαίνει στην κτηνωδία.

 Μαρινίκη Κολιαράκη 

Σχόλια

X