Μια άνοιξη διάλεξε θρόνο. Περίλαμπρο, φανταχτερό, ολόχρυσο. Ο καμβάς της ζωής. Πολύχρωμος. Έτσι πρέπει να είναι. Να μη βγάζει νύχια. Να μη δείχνει δόντια. Μονάχα να χαμογελά.

Βρέθηκα στο ορφανοτροφείο. Τι να ξέρω κι εγώ από ορφάνια! Έχω μάνα, έχω πατέρα, έχω αδέρφια, έχω φίλους, συγγενείς, στηρίγματα, παιδικές αναμνήσεις από το χωριό, θύμησες από τη θάλασσα, ημερολόγια με καταγραφές, σημάδια παιδικής ανεμελιάς.

Οι αυλές γεμάτες ροδαρές και ζουμπούλια. Να παίρνεις ανάσα και να λυτρώνεσαι από τη δυσωδία και τη μούχλα. Ξέρεις από μουχλιασμένες ζωές; Αντίσκηνα και σίδερα και ξερές βέργες. Κλωνάρια τα όνειρα, ψηλά, θεόρατα και πώς να τα φτάσεις. Τι να ξέρω κι εγώ από μουχλιασμένες ζωές! Τι να ξέρω κι εγώ από ορφάνια!

Προχωρώ στην αυλή με τα λουλούδια. Στέκομαι στη μέση του πουθενά. Βρίσκομαι στο κέντρο του κόσμου. Διάτρητη η σκέψη μου. Μπάζει από παντού. Στη μέση του ωκεανού βαρκούλα που μπατάρει. Παιδικές φωνές με αποπροσανατολίζουν. Με λένε μαμά. Με ρωτούν αν θα έρθουν μαζί μου. Με καλούν να παίξουμε. Μου δείχνουν τα παιχνίδια τους. Μετανιώνω που δε γέμισα τις τσέπες μου καραμέλες. Δεν έχω ούτε ένα ζαχαρωτό να πετάξω στον αέρα, να πασπαλίσει ο ουρανός με ζάχαρη τους μικρούς μου φίλους. Μάτια που με κοιτούν και περιμένουν να τα αγκαλιάσω, να ξαπλώσω μαζί τους και να πω παραμύθια και ιστορίες. Εκείνα με τις αιώνιες και παντοτινές υποσχέσεις, που δεν έχουν εγκατάλειψη και ορφάνια και ερημιά. Δε μπορώ να πω τίποτα αληθινό, ουσιαστικό. Δεν έχω ούτε μια ιστορία. Τόσο μικρή και λίγη και απροετοίμαστη για τούτη την ώρα.

Φεύγω. Όλο φεύγω. Παρενθέσεις όλη η ζωή. Παρένθεση κι εγώ η ίδια για τούτα τα πλάσματα. Και είναι μια μεγάλη άνοιξη. Μετρώ τις ανάσες μου. Παραμερίζω τη ματαιότητα. Κονταροχτυπιέμαι με το κάλπικο. Η ζωή είναι εδώ. Δεν έχει γυαλάδα. Έχει ανάγκες. Έχει παιδικές φωνές που με αποκαλούν μαμά. Επιμένουν να ξαναπάω. Υπόσχομαι. Μονάχα να θυμηθώ να κρατήσω την υπόσχεση. Μην ξεχάσω να θυμάμαι. Όλα αυτά που είδα και άκουσα. Τα πιο όμορφα τραγούδια.

Μπαίνω στο αυτοκίνητο. Χτυπά το τηλέφωνο. Ακούω την αδερφή μου : «Βρήκαν το Βαγγέλη στη λίμνη. Είναι νεκρός». Τούτη η άνοιξη συγχωρεί. Η κοινωνία ποτέ. Η απαίδευτη, σκληρόκαρδη, ενοχική. Συνένοχοι κι εσύ κι εγώ και όλοι. Μην κλαις τώρα. Τα παιδιά σου και παιδιά μου. Τα αφημένα, παρατημένα, ανυπεράσπιστα, παραγκωνισμένα. Μέσα στη δυσωδία. Βρωμάει από παντού αυτή η κοινωνία. Σαν τη λίμνη με τα στάσιμα νερά που μου ‘φερνε πάντα πίκρα και μελαγχολία γιατί δεν έμοιαζε με τη θάλασσα.

Είμαστε όλοι συνένοχοι. Να κρυφτούμε. Ο κόσμος ένα απέραντο Κωσταλέξι. Βασανίζουμε παιδιά, τα φορτώνουμε με προσδοκίες, τα μαθαίνουμε να τρέμουν τη ζωή, να φοβούνται την αλήθεια, να κλείνουν το στόμα και να καταπίνουν αμάσητο φαϊ. Τα μπουκώνουμε με απαιτήσεις, τα στήνουμε στον τοίχο. «Γίνε νταής, μωρέ! Γίνε άντρας. Πάρε το όπλο και μάθε να σημαδεύεις». Ζέχνει ο κόσμος κάτουρο και «σκατοψυχιά». Και σήμερα η άνοιξη δε θα μας κάνει τη χάρη να μας συγχωρέσει. Για όλα τα παιδιά. Τα παρατημένα, τα αδύναμα, που ονειρεύονται πως θα ξεφύγουν από τις φυλακές και τα κελιά τους. Για όλους τους μικρούς μου φίλους που με φώναξαν μαμά. Για όλους τους Βαγγέληδες που αγάπησαν τα λουλούδια, τα πουλιά και τα ζώα. Για όλα τα παιδιά που τα κατάπιε το τέρας μιας λίμνης.

«Θα πω εκείνα που δεν άντεχες ν’ ακούς
Και μία πείνα για αγάπη θα σε τρώει
Θα μείνεις μόνη μα συνέβη σε πολλούς
Όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι» (Οδυσσέας Ιωάννου).

Η αγάπη δεν πονά αν αγαπάς πραγματικά. Αν αγαπάς τον άλλο για αυτό που είναι και όχι για αυτό που εσύ ονειρεύεσαι να γίνει.

Κραυγάστε άνθρωποι! Αύριο θα έχουμε πάλι ξεχάσει. Κοιμηθείτε ήσυχοι…

Y.Γ Πριν από ένα χρόνο. Τέτοιες μέρες. Στην αρχή μιας άνοιξης. Γονάτισε η Ελλάδα. Ήταν αργά. Μην κάνουμε κι άλλα λάθη…

Σχόλια

X