Το βρήκα στα μάτια σου, όταν γέμιζες με άρνηση το κορμί μου, το βρήκα στο στιγμιαίο σου γέλιο, μ’ έναν υπαινιγμό μου.
Βρήκα τη θλίψη, την πίκρα, το άδικο στην τρομοκρατία των ειδήσεων και του σπιτιού μου.

Τι κι’ αν έχασα αυτό που λέγεται γραφή,
με το ίδιο όπλο που ονομάζεται μάνα, θα σκοτωθώ και δε θα το μάθεις ποτέ,
όπως ποτέ σου δε νοιάστηκες να μάθεις την αλήθεια πίσω από τα ευκόλως εννοούμενα, πίσω από τα ευκόλως δοσμένα στη σάρκα και στα ένστικτα.

Ξυρίζομαι καθημερινά για να με πηδάς, κοινωνία,
να μυρίζω ωραία στα σαλόνια των επιστημών και των ανθρώπων σου, στις φάμπρικες των οικουμενικών σου στερεοτύπων και των δεξαμενών ψυχών.

Τι κι’ αν έχασα αυτό που λέγεται γραφή,
μου ‘μεινε ο φόβος της ρύπανσης της ψυχής μου, ο φόβος πως κανείς δε θα γυρίσει να σε κοιτάξει όταν πονάς, όταν στέκεσαι στο μπαλκόνι, με το ένα πόδι στη γη και το άλλο στο άπειρο,
έτοιμος να γεννηθείς ή να πεθάνεις.

Τι κι’ αν έχασα αυτό που λέγεται γραφή,
το βρήκα σε όλους εσάς που κάνετε τη ζωή να μοιάζει μικρή, ανούσια, εξοργιστικά βαρετή και επιπόλαιη.
Σε όλους εσάς, που έρωτας είναι το πήδημα και φιλία η μοναξιά,
σε όλους εσάς, που μετράτε με υπομονή τα χρόνια να περάσουν,
τις μέρες να διαθλαστούν στο περιθώριο,
σε όλους εσάς που εξαπολύετε τις ανάγκες σας διωκτικά και ανεπίσημα.

Τι κι’ αν έχασα αυτό που λέγεται γραφή;
μου ‘μεινε ο αγώνας, να σας νικήσω.

Σχόλια

X