«Δεν είμαι σίγουρος πότε ακριβώς μου ήρθε η ιδέα να γράψω δικά μου τραγούδια. Δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω κάτι εφάμιλλο, κάτι που να πλησιάζει έστω τους στίχους των folk τραγουδιών που τραγουδούσα, για να περιγράψω τα συναισθήματά μου για τον κόσμο. Φαντάζομαι ότι αυτό είναι κάτι που σου συμβαίνει σταδιακά. Δεν ξυπνάς ένα πρωί και αποφασίζεις ότι πρέπει να γράψεις τραγούδια, ειδικά όταν είσαι ήδη τραγουδιστής και ξέρεις ένα σωρό απ’ αυτά, ενώ καθημερινά μαθαίνεις κι άλλα. Μπορεί να σου τύχει η ευκαιρία να μετατρέψεις κάτι ― να αλλάξεις κάτι που ήδη υπάρχει σε κάτι εντελώς καινούργιο. Αυτό μπορεί να είναι μια αρχή. Μερικές φορές θέλεις απλώς να κάνεις κάτι με τον δικό σου τρόπο, να δεις ο ίδιος τι κρύβεται πίσω από τη θαμπή κουρτίνα. Δεν είναι ότι βλέπεις τα τραγούδια να περνάνε και εσύ τα φωνάζεις κοντά σου. Μακάρι να ήταν τόσο απλά τα πράγματα. Θέλεις να γράψεις τραγούδια πιο αληθινά απ’ τη ζωή. Θέλεις να μιλήσεις για τα αλλόκοτα πράγματα που σου έχουν συμβεί, για τα αλλόκοτα πράγματα που έχεις δει. Πρέπει να μάθεις και να κατανοήσεις βαθιά κάτι, και μετά να προχωρήσεις πέρα από την καθημερινή γλώσσα. Μην νομίζετε ότι είναι μικρό πράγμα η ανατριχιαστική ακρίβεια που έβαζαν εκείνοι οι παλιοί όταν έφτιαχναν τα τραγούδια τους. Άλλες φορές, πάλι, ακούς ένα τραγούδι και το μυαλό σου τρέχει μπροστά. Βλέπεις μοτίβα ανάλογα με τον δικό σου τρόπο σκέψης. Ποτέ δεν είδα τα τραγούδια ως ‘καλά’ ή ‘κακά’: μόνο ως διαφορετικά είδη καλών».

 

Από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Μπομπ Ντίλαν «Η Ζωή Μου», Εκδόσεις Μεταίχμιο. Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου – Νίκη Προδρομίδου.

Φωτογραφία: Ted Russell/Polaris.

Σχόλια

X