Από την αρχή της κρίσης το 2008 αυτό που διαφαινόταν ήταν ότι η μεγάλη μάχη θα γινόταν για τα ακίνητα. Η προσπάθεια του εγχώριου και του ξένου κεφαλαίου να μην πληρώσει καθόλου για τις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις που οδήγησαν στα γνωστά αποτελέσματα της καταστροφής ενός ολοκλήρου λαού, οικονομικά αλλά και ηθικά, ήταν δεδομένη και φαινόταν από την αρχή ότι θα ήταν ανυποχώρητη. Οι αρχικές σκληρές δηλώσεις εναντίον των Ελλήνων, που τεμπελιάζουν και κάνουν διακοπές περισσότερο από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, που παίρνουν νωρίτερα σύνταξη, που ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους, ήταν ένδειξη ότι θα προχωρούσαν μέχρι το τέλος.

Κατά τη διάρκεια των 7 χρόνων που ζούμε από το 2010 έγιναν όλες εκείνες οι ενέργειες που οδήγησαν στη φτωχοποίηση της μεσαίας τάξης και την περαιτέρω εξαθλίωση των ήδη εξαθλιωμένων. Αυξήθηκε η φορολογία στα είδη πρώτης ανάγκης, μπήκε ένας τεράστιος φόρος στη βενζίνη που οδήγησε στο διπλασιασμό της τιμής της, τα τρόφιμα έφτασαν να στοιχίζουν πολλαπλάσια, τα δικαιώματα, εργασιακά κυρίως, χτυπήθηκαν αλύπητα, οι μισθοί μειώθηκαν στο μισό και παρακάτω, ενώ μπήκε για πρώτη φορά ένας αντισυνταγματικός φόρος στα ακίνητα, στην αρχή μέσω της ΔΕΗ, μετά άλλαξε και πήρε το όνομα ΕΝΦΙΑ.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να γίνει μια εσωτερική υποτίμηση, τόσο που να τίθεται σε κίνδυνο η φυσική επιβίωση των ασθενέστερων και αυτών που είχαν εν τω μεταξύ προλεταριοποιηθεί. Ο αγώνας για την εξασφάλιση τροφής, θέρμανσης, υπηρεσιών υγείας και παιδείας για τους νεότερους εξανέμισαν κάθε δυνατότητα για πάρα πολύ κόσμο να εξυπηρετήσει τα δάνεια τα οποία είχε πάρει το προηγούμενο διάστημα. Σε αυτό πάνω μπορεί κανείς να βάλει το φαινόμενο της μαζικής ανεργίας στην οποία οδηγήθηκαν όλοι όσοι απολύθηκαν λόγω πτώχευσης των επιχειρήσεων από την υψηλή φορολογία ή απλώς λόγω της αναδιάρθρωσης που έγινε λόγω του ότι πολλές επιχειρήσεις στράφηκαν σε ευέλικτες μορφές απασχόλησης, τετράωρα κλπ, για να μειώσουν το μισθολογικό και ασφαλιστικό κόστος.

Τα ακίνητα διαχρονικά ήταν και είναι ο τρόπος που η ελληνική κοινωνία είχε για να τοποθετεί τα όποια κεφάλαια είχε. Σε μια χώρα που δεν υπήρχε ανθίζουσα οικονομία, η αγορά ακινήτων ήταν πάντα ο σίγουρος τρόπος να τοποθετήσει κάποιος ένα μικρό ποσό, παίρνοντας πίσω από πολύ μικρή ως μηδενική απόδοση, ενώ η διαρκής ανάγκη στέγασης, που αυξήθηκε γεωμετρικά λόγω της αστυφιλίας, στις μεγάλες πόλεις πάντοτε κινούσε οικονομικά τον κλάδο. Τα ακίνητα, στο κάτω κάτω της γραφής, σε μια χώρα που δεν έχει βιομηχανία, είναι μια σίγουρη επένδυση, μια εγγύηση ότι τα χρήματα, δικά σου ή δάνειο, δεν θα χαθούν.

Η μεγάλη ιδιοκτησία ακινήτων, που είναι μια ιδιαιτερότητα της Ελλάδας σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, που το ποσοστό ιδιοκατοίκησης για παράδειγμα είναι χαμηλό, μπήκε στο στόχαστρο. Το μεγάλο δημόσιο χρέος πέρασε από τις τράπεζες στα κράτη και αφού λεηλατήθηκαν τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων με το εγκληματικό PSI, και η δημόσια περιουσία με το ξεπούλημα όλων των δημόσιων επιχειρήσεων μέσα από το πέρασμά τους στο ΤΑΙΠΕΔ και μετά το ξεπούλημά τους, φτάνει τώρα και η σειρά των ακινήτων.

Τα ιδιωτικά ακίνητα βρίσκονται στο στόχαστρο γιατί έχουν μεγάλα περιθώρια κέρδους. Με τα επίπεδα τιμών της αγοράς να βρίσκονται πολλές φορές κάτω από τα αντίστοιχα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά την πτώση των καθεστώτων εκεί, με το όχημα των κόκκινων δανείων τεράστιες περιουσίες είναι έτοιμες να περάσουν στις τράπεζες και στα funds που σαν κοράκια συμμετέχουν στο πλιάτσικο.

Οι ιδιοκτήτες έχουν αγοράσει τα ακίνητά τους σε τιμές εξωπραγματικές για τα σημερινά δεδομένα, δύο ή και τρεις φορές πάνω, ενώ έχουν φορολογηθεί πληρώνοντας φόρο μεταβίβασης με βάση τις τότε αντικειμενικές αξίες. Πολλοί από αυτούς βρέθηκαν άνεργοι και άλλοι με μειωμένο εισόδημα λόγω της μείωσης των μισθών. Πληρώνουν όλα αυτά τα χρόνια τον εξωπραγματικό φόρο που τους επιβάλλεται, χωρίς να υπάρχει καμία μέριμνα για τους ανέργους ή τους υποαπασχολούμενους, ενώ η ιδιοκτησία των ακινήτων τους τούς επιβάλλει μια ακόμα έμμεση φορολογία, γιατί τα ακίνητά τους αποτελούν τεκμήριο για την εφορία, με αποτέλεσμα να φορολογούνται επιπλέον ακόμα και οι άνεργοι. Τέλος, τα ακίνητα χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα προκειμένου οι ιδιοκτήτες τους να αποκλειστούν από τη χορήγηση πάσης φύσεως επιδομάτων, όπως είναι το ΚΕΑ, καθώς αποκλείονται a priori όσοι έχουν ακίνητη περιουσία αξίας πάνω από ένα ποσό, που έχει μπει επίτηδες πολύ χαμηλά, προκειμένου να αποκλειστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι.

Οι κυβερνήσεις όλα αυτά τα χρόνια δεν έπραξαν τίποτα προκειμένου να προστατεύσουν τη μικρή ιδιοκτησία από τις επιβουλές των τραπεζών, με μόνη εξαίρεση το νόμο Κατσέλη που ψήφισε η πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και που έχοντας υποστεί διάφορες αλλαγές επί τα χείρω ισχύει μέχρι σήμερα. Η τελευταία μνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ήταν αυτή που έδωσε την χαριστική βολή ψηφίζοντας ως μνημονιακό προαπαιτούμενο τον καινούργιο κώδικα πολιτικής δικονομίας που διευκόλυνε τη διαδικασία τέλεσης των πλειστηριασμών και όρισε σαν τιμή εκκίνησης την τιμή της εμπορικής αξίας και όχι την αντικειμενική, που είναι η αξία που η εφορία θεωρεί ότι αξίζει το ακίνητο και το φορολογεί με βάση αυτή. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε στο παράλογο σημείο ο νόμος να αναγνωρίζει ότι η αντικειμενική αξία είναι άλλη από την εμπορική, σε ένα νομικό παράδοξο που συμβαίνει για πρώτη φορά. Η αντικειμενική αξία πριν από τις μνημονιακές πολιτικές ήταν στο μισό της εμπορικής, ενώ τώρα είναι διπλάσια ή ακόμα και τριπλάσια.

Οι τράπεζες, κάτω από τις οδηγίες της ΕΚΤ, επισπεύδουν τους πλειστηριασμούς. Έχοντας ανακεφαλαιοποιηθεί πολλές φορές από το 2008 με χρήματα των φορολογουμένων και προστατευθεί νομικά για κάθε ατασθαλία που έκαναν όσον αφορά τη χορήγηση δανείων χωρίς εχέγγυα, αλλά και πάνω από την κεφαλαιακή επάρκειά τους, οι τράπεζες σκανδαλωδώς απαλλάχθηκαν και από κάθε είδους φόρο που τοποθετήθηκε στα ακίνητα καθώς υπόχρεοι ήταν κατά το νόμο μόνο οι ιδιοκτήτες, και όχι όσοι είχαν εμπράγματα δικαιώματα. Σήμερα ο νόμος τους δίνει το δικαίωμα να ζητούν το σύνολο του δανείου που χορήγησαν, παρά το γεγονός ότι το ακίνητο αξίζει λιγότερο, ενώ αν από την κατάσχεση και εκπλειστηρίαση του ακινήτου μείνει υπόλοιπο, αυτό ο δανειολήπτης θα συνεχίσει να το οφείλει και δεν διαγράφεται.

Η μόνη λύση γι αυτόν τον παραλογισμό και η μόνη άμυνα των πολιτών, είναι η προσπάθεια ματαίωσης όλης της μεθόδευσης στην πράξη. Το κίνημα εναντίον των πλειστηριασμών το τελευταίο διάστημα, λόγω της αυξημένης ανάγκης, έχει διογκωθεί. Σε ένα ζοφερό οικονομικό τοπίο, όπου η κυβέρνηση προσπαθεί με νύχια και με δόντια να πείσει για ένα επίπλαστο sucess story στο οποίο πιστεύει μόνο η ίδια, προσφέροντας την «ανάπτυξη» σαν μανδύα για να καλύψει την εύνοιά της στους «ιδιοκτήτες» αυτής της χώρας με τους οποίους κάνει μπίζνες που τις εξαγοράζει με υποστήριξη από τη μεριά τους στα σχέδιά της, γνωρίζει ότι η επικοινωνιακή φούσκα της οικονομικής της πολιτικής καταρρέει με κάθε καινούργια αξιολόγηση και με κάθε κατάθεση του εθνικού προϋπολογισμού στη Bουλή, που κάθε χρόνο είναι μειωμένος σε κοινωνικές δαπάνες.

Η κυβέρνηση επιπλέον, μπαίνοντας σε μια τροχιά εκλογών μετά την τρίτη αξιολόγηση, καθώς ο χρόνος στενεύει, γνωρίζει ότι κάθε κίνηση που θα επιβαρύνει το κλίμα στην κοινωνία, σημαίνει και την πολιτική της καταδίκη. Από την άλλη είναι δεσμευμένη από τις μνημονιακές της δεσμεύσεις να προχωρήσει πάση θυσία το έγκλημα. Οι λαϊκές αντιδράσεις είναι το μόνο που μπορεί να την κάνει να κάνει πίσω, γι αυτό θα προσπαθήσει από τη μία να τις απαξιώσει, με επίθεση στα κίνητρα των συμμετεχόντων υποβοηθούμενη από όλο το επικοινωνιακό επιτελείο των καναλιών, και από την άλλη να τις συντρίψει, είτε με δικαστικές διώξεις, είτε εφαρμόζοντας βίαιη καταστολή. Μέχρι τώρα είχαμε τις διώξεις εναντίον των 19 μελών του κινήματος στο Άργος, και έπεται συνέχεια.

Σε κάθε περίπτωση το έγκλημα των πλειστηριασμών δεν πρέπει να περάσει. Η λαϊκή κατοικία είναι το πιο εμβληματικό κομμάτι αυτής της ιστορίας εναντίον της Ελλάδας, που ξεκίνησε το 2010, και σαν τέτοιο πρέπει να προστατευθεί πάση θυσία. Ο λόγος πέφτει πλέον στους πολίτες.

Σχόλια

X