Έβαζε μέικ απ και προσπαθούσε να καλύπτει τις μελανιές στο πρόσωπο. Είχε βαρύ χέρι ο μαλάκας! Κάθε φορά υποσχόταν ότι θα τον εγκαταλείψει μα έπρεπε πρώτα να βρει δουλειά και καρδιά και αντοχή. Η ψυχή όταν είναι ρημαγμένη δύσκολα παίρνει τα πάνω της. Κι εκείνη είχε πολλά τατουάζ ζωγραφισμένα σε όλο το σώμα. Είχε βαρύ χέρι ο μαλάκας! Είχε και πειθώ. Την είχε πείσει πως πάντα έφταιγε εκείνη.

Δεν άνοιξε ποτέ το στόμα της να ζητήσει βοήθεια. Δεν άπλωσε ποτέ το χέρι να βρει αποκούμπι. Δεν της πρότεινε και κανείς το δικό του. Οι γείτονες άκουγαν τις κραυγές της τα βράδια μα δεν ήταν δική τους υπόθεση. Πού να μπλέκεις τώρα! Και κάπως έτσι απέκτησε τα μόνιμα τατουάζ στο πρόσωπο και στο σώμα. Τα άλλα την πείραζαν περισσότερο. Κι ας ήταν αόρατα. Αυτά πονούσαν βαθιά.

Εδώ και μέρες οι γείτονες δεν ακούν τις κραυγές της. Σκέφτονται πως μάλλον θα μετακόμισαν. Θα ησυχάσει το κεφάλι τους. Δεν άκουσαν τη σειρήνα του ασθενοφόρου την Πέμπτη τα ξημερώματα.

Είχε βαρύ χέρι ο μαλάκας! Είχε και κουζινομάχαιρο κρυμμένο στο κομοδίνο…

Σχόλια

X