Εδώ και μέρες δεν έχω μάτια. Δεν έχω αυτιά. Δεν έχω σώμα. Σαν άδειο παλτό σε κρεμάστρα με περιφέρω πότε από εδώ και πότε από εκεί. Ποιο είναι το εδώ μου; Ποιο είναι το εκεί μου; Δεν ενοχλώ τις λέξεις μου. Τις αφήνω να σουλατσάρουν ελεύθερες. Μοιάζουν με παλιάτσο δυστυχισμένο, με ακρωτηριασμένο χαμόγελο. Ένοχοι οι μισοί. Αθώοι οι υπόλοιποι.

Τώρα θυμάμαι πως από παιδί υπνοβατούσα. Έσερνα ένα κουφάρι. Λάθος. Εκείνο με έσερνε. Υποταγμένο το σώμα ακολουθούσε τις νύχτες. Τις μέρες επέστρεφε πάλι στη θέση του. Υπάλληλος του πρέπει. Πιστό σκυλί, υπάκουο. Να λέει πάντα «ναι» κι ας τον έπνιγε το όχι.

Ο γιατρός λέει πως υποφέρω από αϋπνίες. Εγώ του λέω ότι υποφέρω από τους ανθρώπους. Δε με πιστεύει. Του δείχνω σημάδια. Εκείνος πιστεύει πως είναι ιλαρά. Τα φάλτσα μου με προδίδουν. Τόσες προδοσίες πήγαν στράφι.

Την Κυριακή η καρέκλα μου θα είναι κενή. Δε θα με πιστεύουν πάλι. Θα με περιμένουν. Θα πουν ότι τους κάνω πλάκα και ότι θα πάω. Κι εγώ θα χαίρομαι γιατί θα είναι η πρώτη φορά που θα τους ξεγελάσω. Θα κρυφτώ στα γέλια τους, τις φωνές, τις διαφωνίες. Θα γίνω σαν το μαρμαρωμένο βασιλιά. Ένας τελάλης θα φωνάζει, μα δεν θα τον ακούν. Ποιον άκουσαν και ποτέ; Μόνο μιλούσαν. Μιλούσαν, μιλούσαν… μιλούσαν.

Εδώ και μέρες μετρώ τις ανάσες μου. Τρεις, πέντε, επτά! Στην όγδοη βουτώ. Κάθε φορά πνίγομαι. Κι όμως επιμένω! Κάτι θα κάνω σωστό. Δεν μπορεί! Για κάτι σωστό γεννήθηκα κι εγώ! Που θα μου πάει! Θα το βρω κάποτε!

Στη γλώσσα μου πλαγιάζουν όλα τα «σώπα» που δεν είπα στη ζωή μου. Κοιμούνται. Φοβάμαι όταν θα ξυπνήσουν. Η πτώση του ανθρώπου προκαλεί έκπληξη. Θα πουν πάλι: « Ήταν καλός κάποτε. Ήσυχος. Μειλίχιος. Ευγενικός. Κανείς δεν ξέρει τι έπαθε.» Ούτε κι εγώ θα ξέρω. Θα μείνω πάλι με απορίες. Θα κυνηγώ σκιές. Θα με κυνηγούν ενοχές. Θα πω ότι μπέρδεψα την πραγματικότητα με τη φαντασία. Θα με δικαιολογήσω.

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Μαζί με την αϋπνία θα υποφέρω και από αμνησία. Θα μου δώσουν πάλι εκείνα τα χάπια της χαράς κι εγώ θα φτιάχνω σχέδια στους τοίχους. Θα τα κολλάω πίσω από την πόρτα και η εικόνα θα μοιάζει με ψηφιδωτό.

Ανοίγω το βιβλίο. Διαβάζω δυνατά. Κάποιες φορές άλλοι μιλούν για σένα. Κραυγάζουν. Αγωνιούν. Κραυγή αγωνίας εδώ.

«Χθες στον ύπνο μου
έσερναν το κουφάρι μου
αφηνιασμένοι κέλητες.
Κι εγώ εγκλωβισμένος στο όνειρο
νόμιζα ότι τερμάτιζα μαζί τους
μια μίζερη ζωή,
ότι ήμουν παρών στην αποθέωση,
εκεί, στο γυάλινο νήμα των πολλών,
σφαγέων και σφαγιασθέντων.»

Χωρίς μάτια, χωρίς στόμα, χωρίς χέρια. Έτσι αποχαιρετώ τη χρονιά. Είναι που πάλι μας άφησε μισούς.

*Ο τίτλος δανεικός από τη νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Σταυρακάκη. Το ποίημα από το βιβλίο. Η ιδέα του κειμένου διαβάζοντας τις σκέψεις του Γιώργου. Γιατί με κάποιες λέξεις έχεις το δικαίωμα να ταυτιστείς…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X