Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κόμμα, που δεν ήταν ακριβώς κόμμα. «Είμαστε κίνημα», έλεγε ο αρχηγός του. «Πολιτευτές, αντιστασιακοί, φοιτητές, συνδικαλιστές με ποικίλες δοξασίες συνωστίζονται σε έναν πολιτικό φορέα που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον κοινοβουλευτισμό της εποχής και την ‘επανάσταση’. Όλες οι ιδεολογικές αποχρώσεις της μαρξιστικής Αριστεράς άρχισαν να αναδεικνύονται και να δρουν νομίμως: λενινιστές, γκουεβαρικοί, παμπλιστές, τροτσκιστές», λέει μια πηγή.

Πράγματι, στο κόμμα που δεν ήταν ακριβώς κόμμα υπήρχαν από μετριοπαθείς σοσιαλδημοκράτες μέχρι γνήσιοι επαναστάτες, ορισμένοι εκ των οποίων μάλιστα είχαν και πρακτική εμπειρία από τον αντιδικτατορικό αγώνα. Όταν το κίνημα έγινε υπολογίσιμη δύναμη, ένα μέρος του -αυτό που κυριάρχησε σταδιακά- άρχισε να εγκαταλείπει την υπερ-επαναστατική ρητορική. Έκαναν λόγο για «ειρηνική πορεία προς το δημοκρατικό σοσιαλισμό» και υποβίβαζαν τον μαρξισμό σε «απλό εργαλείο ανάλυσης». Όμως η εσωκομματική αντιπολίτευση δεν ήταν τόσο ενδοτική: δεν αποδεχόταν πλήρως το μεταπολιτευτικό κοινοβουλευτικό πλαίσιο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν απέκλειε ακόμη και τον ένοπλο αγώνα.

Πάντως, τρία χρόνια αργότερα είχαν πάρει πόδι όσοι φανατικοί μαρξιστές, τροτσκιστές, αδιόρθωτοι θιασώτες του ένοπλου αγώνα και θερμοκέφαλοι νεολαίοι δεν είχαν συμμορφωθεί με τη γραμμή του αρχηγού. Λίγους μήνες αργότερα, το κόμμα -που είχε γίνει πλέον κανονικότατο κόμμα- αναδείχθηκε δεύτερο στις εκλογές και έγινε αξιωματική αντιπολίτευση.

Ο αρχηγός του κόμματος -το οποίο ο ίδιος επέμενε να ονομάζει ακόμη κίνημα- διατηρούσε την αριστερή του ρητορική. Στο εσωτερικό, έκανε λυσσαλέα αντιπολίτευση ενάντια στη δεξιά κυβέρνηση και στους ξένους που εκμεταλλεύονταν το λαό. Στο εξωτερικό, πήγαινε εντυπωσιακά ταξίδια σε τριτοκοσμικές χώρες και έπαιρνε διεθνείς πρωτοβουλίες, σε αναζήτηση συμμάχων πέραν των παραδοσιακών «φίλων» της χώρας. Αλλά ταυτόχρονα έκανε μερικές πραγματιστικές κινήσεις, γιατί ήξερε ότι δεν θα αργούσε η μέρα που θα αναλάμβανε τη διακυβέρνηση της χώρας: συναντήθηκε για πρώτη φορά με αξιωματούχο εκείνων των ξένων που κατηγορούσε ότι καταπατούν την εθνική κυριαρχία. Άρχισε να δέχεται εκπροσώπους του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων, του κατ’ εξοχήν ταξικού εχθρού. Στο μεταξύ, επιφανή στελέχη του πάλαι ποτέ κυρίαρχου κεντρώου κόμματος προσχωρούσαν μαζικά στο κίνημα -που, μην τα ξαναλέμε, είχε γίνει ένα συνηθισμένο ελληνικό αρχηγικό κόμμα, δεν πα να το λέγανε αυτοί κίνημα και ό,τι άλλο θέλανε. Όλα αυτά, καμία σχέση με το σήμερα: μιλάμε για το 1977.

Fast forward στο παρόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ αφήνει πίσω του τη «Βαβυλωνία» -έτσι την ονόμασε ο αρχηγός του- των συνιστωσών και ξεκινά τις εσωκομματικές διεργασίες για να γίνει ενιαίο κόμμα. Έχει να διαχειριστεί ένα εντυπωσιακό 27% των ψήφων του Ιουνίου που τον κατέστησε αξιωματική αντιπολίτευση. Έχει επίσης να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές του αντιφάσεις: την ίδια μέρα που ανακοινώνεται συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με την προσωποποίηση των «μνημονίων», τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ο βουλευτής Βαγγέλης Διαμαντόπουλος αυτοπροσδιορίζεται ως «αναρχικός». Οι πραγματιστές διψούν για ρεαλιστικές προτάσεις που θα βάλουν τέλος στα σενάρια περί άκρων και θα θέσουν το κόμμα σε τροχιά εξουσίας – αλλά οι νεολαίοι θέλουν επανάσταση. Εν τω μεταξύ, οι δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να δείχνουν ντέρμπι με τη Νέα Δημοκρατία, παρά την αντιλαϊκή πολιτική της αμετανόητης κυβέρνησης.

Rewind. Στις 18 Οκτώβρη του 1981 το ΠΑΣΟΚ -το κίνημα που δεν ήταν κόμμα και μετά έγινε ΤΟ κόμμα- έπαιρνε την εξουσία και ο Ανδρέας Παπανδρέου γινόταν πρωθυπουργός. Τα «ζιβάγκο» είχαν τελειώσει προ πολλού, μαζί με τις φλυαρίες περί μαρξισμού, Τρότσκι και επανάστασης. Η βάση βέβαια ζητωκραύγαζε, γιατί ακολουθούσε αυτό που νόμιζε ότι ήταν η πορεία προς τον σοσιαλισμό- εξάλλου δεν άντεχε άλλο τη δεξιά και δεν είχε και πολλές επιλογές.

Συμπτώσεις, επανάληψη της ιστορίας ή απλά χονδροειδείς παραλληλισμοί; Όπως και να ‘χει, οι μήνες περνούν, οι επόμενες  εκλογές μπορεί να μην αργήσουν και ο ΣΥΡΙΖΑ ζει το δικό του ’77. Πρέπει να αποφασίσει: ή με τα ζιβάγκο, ή με την εξουσία. Συγγνώμη, ή με τις κουκούλες, ή με τις γραβάτες ήθελα να πω. Και μην ανησυχείτε για τη βάση, μέχρι να λυθούν τα εσωκομματικά καθαρίζει κανείς με ένα «Στις 18 Σοσιαλισμός», εεε, γράψε λάθος, «Ακύρωση του Μνημονίου» και «100.000 προσλήψεις στο Δημόσιο», να είμαστε και επίκαιροι.

ΥΓ. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, αν με ρωτήσετε προσωπικά, χίλιες φορές Διαμαντόπουλο παρά Φωτόπουλο. Είναι εξάλλου ενθαρρυντική η συνεχιζόμενη άρνηση του κ. Τσίπρα να φορέσει γραβάτα.

*Με πολύτιμα στοιχεία από το βιβλίο «Το μυθιστόρημα του ΠΑΣΟΚ» του Γιώργου Λακόπουλου (εκδόσεις Καστανιώτη)

Σχόλια

X