Πρωί Πέμπτης, η Τζαβέλλα άδεια από κόσμο. Κουτάκια μπύρας στα πεζούλια, πατημένες γόπες κάτω και χώματα από τη βραδινή μπόρα. Απείραχτη μονάχα η πλάκα του Γρηγορόπουλου. Σαν να μπήκε χτες.

Ο δρόμος παίρνει ζωή από τα βήματα του μαλλιά ντελιβερά. Η σερβιτόρα στο Σπίρτο βγάζει τις καρέκλες κι εκείνος τη χαιρετά. «Καλημέρα λουλούδι μου». Ένα ελαφρύ χαμόγελο, ίσα να μην τον κακοκαρδίσει. Η ομορφιά της ζωής κι η δυστυχία της μαζί σε μια στιγμή.

Πιο κάτω, ο φίλος του ψαρά. Διαβάζει μια παλιά εφημερίδα. Κιτρινισμένη απ’ το χρόνο. Από απέναντι ακούγεται η φωνή του ψιλικατζή. «Καλημέρα!» φώναζε σε όλους. Και δώσ’ του μετά κουτσομπολιό και γέλιο.

Στα παγκάκια της πλατείας αράζουν οι πιτσιρικάδες που κάναν κοπάνα. Ένα σάλτο αρκεί για να φύγουν από το κλουβί. Ποιος σκέφτηκε αλήθεια να μπουν κάγκελα  στα σχολεία; Και προστατεύουν ή φυλακίζουν σαν την πεθαμένη γνώση που δασκαλεύουν στις αίθουσες οι καθηγητές;

Το χώμα μυρίζει από τη βροχή. Σκεπασμένο από τα καπάκια της μπύρας. Και το σκυλί βουτηγμένο στην λάσπη. Κι η καρέκλα κρεμασμένη στο δέντρο. Εκεί που βρίσκεται η θέση κάθε καναπέ. Μπας και σηκωθούμε κι από λάθος αλλάξουμε κάτι.

Ξανά Θεμιστοκλέους. Στο μαγαζί με τις κιθάρες. Τζαμαρίσματα κι ημιτελή σόλα. Ποτέ δεν άκουσα έναν στιβαρό ρυθμό. Οι περισσότεροι τη ψάχνουν να γίνουν ταχυδακτυλουργοί κι όχι κιθαρίστες. Όλοι ακόμα και σ’ ένα μικρό δωμάτιο, που δεν τους βλέπει κανείς γουστάρουν να εντυπωσιάσουν. Κι ας είναι μονάχα ο εαυτός τους. Νάρκισσοι.

Στη διασταύρωση περνά ένας ποδηλάτης. Τη στιγμή που όλα τρέχουν, εκείνος κρατά το δικό του ρυθμό. Σαν να μην βρίσκεται σε μια πόλη γεμάτη στρες, καυσαέριο και ανθρώπους φαντάσματα. Τσίμα – τσίμα να χωρέσουμε όλοι σ’ ένα δρόμο. Μηχανές, αμάξια, αγουροξυπνημένοι, δέντρα και βιτρίνες που ‘ναι πια άδειες.

Τόση λαχτάρα για δουλειά; Να πας πρώτος στο φανάρι, να περάσει πρώτος απέναντι, να πατήσεις πρώτος το κουμπί στ’ ασανσέρ και να βγεις πρώτος απ’ αυτό. «Υπάρχει ανάγκη», σου λένε. Και τους καταλαβαίνεις. Αυτό που δεν καταλαβαίνεις, είναι γιατί συμβιβάζονται με το καρδιοκτύπι. Kάθε μέρα ζουν την ίδια ρουτίνα.

Το παιδί με το λευκό μπαλόνι τρέχει στο πεζοδρόμιο της Ακαδημίας. Ο γονιός το ‘χει πάρει στο κατόπι για να μη του φύγει. Σαν να ‘βλέπα τα μούτρα μας να κυνηγούν την αθωότητα. Τελικά αν τη βρίσκαμε ίσως να χαμπαριάζαμε και λιγάκι από ζωή…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Γεννήθηκε και ζει στα Εξάρχεια. Αγαπά τους τοίχους, τους αγώνες και τους ανθρώπους τους. Του αρέσει να φωτογραφίζει και να γράφει για όσα δεν μπόρεσε να φωτογραφίσει. Από τα 9 του κυκλοφορεί με μια εφημερίδα στο χέρι και συνεχίζει να γράφει σε μπλοκάκι στα ρεπορτάζ. Ακούει Verve, Μπαλάφα και Grunge. Διαβάζει ό,τι του γυαλίσει στις βιτρίνες της Καλλιδρομίου, της Ζωοδόχου Πηγής, της Θεμιστοκλέους. Αγαπά τα νησιά και κάποτε θέλει να ζήσει σε ένα από αυτά. Μέχρι τότε, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για μια διαφορετική δημοσιογραφία, με πολλά αυτοδιαχειριζόμενα 3point και γραφιάδες χωρίς περιορισμούς. Venceremos.

Σχετικά Άρθρα

X