Το ακουμπισμένο ποδήλατο στα κάγκελα πολυκατοικίας, δεν διαφέρει σε τίποτα από ένα ξεχασμένο παλιοσίδερο σε ταράτσα. Ακούνητο, σκουριασμένο, λεκιασμένο από τη βροχή, μ’ ένα λευκό παραπεταμένο πανί να καλύπτει τη μισή σέλα, εκφράζει τη βουβή αστική μελαγχολία.

Το ποδήλατο περιμένει. Ενώ είναι από καιρό σταματημένο ελπίζει. Για τη φορά που τα παντζούρια και τα σφιχτόκλειστα παράθυρα -μη και μπει στάλα αέρα- θα ανοίξουν. Όχι για να απλωθούν τα ίδια ρούχα και να σηκωθεί η τέντα που δεν σκεπάζει πια κανέναν με τη σκιά της, αλλά για εκείνο.

Το ποδήλατο ελπίζει γιατί έχει να περιμένει. Ο αναβάτης του όμως, τι έχει να περιμένει; Πεζός, σε ρηχή πραγματικότητα, σε ψηλό όροφο με χαμηλό βλέμμα ίσα να μπει κι αυτό το μανταλάκι.

Κ.

Σχόλια

X