Σήμερα, 25 Μαΐου, έχουν «γενέθλια» τρεις από τις πιο φημισμένες ταινίες του 20ου αιώνα: Ο «Καουμπόης του Μεσονυχτίου», του Τζον Σλέσινγκερ (1969), το “Alien” του Ridley Scott (1979) και, ανάμεσα στα δύο, μια ταινία που σημάδεψε όσο λίγες και το είδος στο οποίο ανήκει, την επιστημονική φαντασία, αλλά και το κινηματογραφικό τοπίο γενικώς. Η ταινία αυτή ήταν έμπνευση ενός νεαρού τότε σκηνοθέτη, που, στα φοιτητικά του χρόνια, καταπιανόταν με πειραματικές, ιδιαίτερης ομορφιάς και ευφυΐας ταινίες που δεν προέδιδαν απαραίτητα τα κατοπινά του κινηματογραφικά επιτεύγματα: ο σκηνοθέτης αυτός λεγόταν George Lucas και η επίμαχη, τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, που σήμερα κλείνει τα 41 χρόνια ζωής, ήταν το Star Wars.

Δεν είναι καθόλου σπάνιο σκηνοθέτες και γενικώς καλλιτέχνες που είναι ταυτισμένοι με το mainstream και το εμπορικό, ίσως σε υπερθετικό βαθμό, να έχουν avant garde ή, τέλος πάντων, κάπως πιο πειραματικές καταβολές. Ο Γιάννης Σμαραγδής και ο Τάσος Μπουλμέτης είναι δύο τέτοιες περιπτώσεις στα ελληνικά κινηματογραφικά πράγματα. Ο George Lucas εμπίπτει στην ίδια κατηγορία.

 

Ο Lucas γεννήθηκε το 1944 στην πόλη Modesto της Καλιφόρνια. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης φάρμας αλλά και υπεύθυνος για το μεγαλύτερο κατάστημα ειδών γραφείου της περιοχής. Κατά την παιδική και εφηβική ηλικία του, ο George ήταν μικρόσωμος και αδύνατος, και δεχόταν συχνά το bullying των συνομηλίκων του, γλυτώνοντας συνήθως χάρη στη βοήθεια των δύο μεγαλύτερων αδερφών του, Katherine και Ann. Η εφηβεία του χαρακτηρίστηκε επίσης από τη γέννηση του ισόβιου πάθους του για τα γρήγορα αυτοκίνητα – το πρώτο του όνειρο ήταν να γίνει οδηγός αγώνων ταχύτητας. Το ενδιαφέρον του για το σινεμά ξεκίνησε λίγο αργότερα, κατά τη φοίτησή του στο Modesto Junior College, χάρη στους επαγγελματίες κινηματογραφιστές Bruce Baillie (που διοργάνωνε κοντά στο εν λόγω κολέγιο γυρίσματα και προβολές για avant garde καλλιτέχνες όπως ο Stan Brakhage, Jordan Belson, Bruce Conner) και ο Haskell Wexler, τον οποίο ο Lucas γνώρισε σε αγώνα motocross (o H.W. εντυπωσιάστηκε από τις γωνίες λήψης που επέλεγε ο Lucas προκειμένου να καταγράψει οπτικά τον αγώνα εκείνης της ημέρας).

 

Το επόμενο βήμα του Lucas ήταν να εγγραφεί στο University of Southern California, όπου είχε ως καθηγητές τον Lester Novros και τον Slavko Vorkapich, παλιό συνεργάτη του Sergei Eisenstein, περιζήτητο μοντέρ κατά τη λεγόμενη «Χρυσή Εποχή» του Χόλιγουντ, αλλά και σκηνοθέτη κάποιων πολύ χαρακτηριστικών, ευφάνταστων ταινιών μικρού μήκους με έντονα παιγνιώδη και πειραματικό χαρακτήρα. Κοντά σε αυτούς τους δύο σημαντικούς δασκάλους, ο Lucas γνώρισε επίσης το έργο σκηνοθετών/καλλιτεχνών όπως ο Arthur Lipsett, ο Norman McLaren, ο Jean-Claude Labrecque και ο Claude Jutras. Επηρεασμένος από τους παραπάνω, ο Lucas έφτιαξε μια σειρά από φοιτητικές ταινίες που χαρακτηρίζονται από την εμμονή με τη μορφή και την τεχνική, αλλά αποπνέουν ταυτόχρονα ένα ξεχωριστό είδος ποιητικότητας και ευρηματικότητας.

 

 

Περνώντας από το στάδιο των σπουδών σε ένα πιο επαγγελματικό πλαίσιο, ο Lucas κατάφερε να κάνει την πρακτική του στο μεγάλο στούντιο της Warner Brothers (βοηθώντας, μεταξύ άλλων τον σπουδαίο γραφίστα Saul Bass στη βραβευμένη με Όσκαρ ταινία του Why Man Creates), αλλά συνέχισε παράλληλα να προσπαθεί για το προσωπικό του όραμα, προσπάθεια που γνώρισε ένα σημαντικό σταθμό στην ταινία μικρού μήκους Electronic Labyrinth: THX-1138 4EB. Η ταινία αυτή συνδυάζει στοιχεία που βρίσκει κανείς στις επόμενες ταινίες του: την επιστημονική φαντασία, το φουτουρισμό, την εναντίωση στον ολοκληρωτισμό, το μοτίβο των ψυχρών, απρόσωπων διαδρόμων, την ταχύτητα, έστω και πεζή, ως μέσο λύτρωσης.

 

 

Η ταινία αυτή μετεξελίχθηκε στην οπτικά άψογη, κλειστοφοβική, πρωτοποριακή ως προς τα εφέ, αλλά και αποτυχημένη εμπορικά ταινία μεγάλου μήκους THX-1138, την πρώτη τέτοια του Lucas, με τον Robert Duvall στον πρωταγωνιστικό ρόλο (στην πρώτη, μικρού μήκους εκδοχή της ταινίας, πρωταγωνιστής αλλά και μοντέρ ήταν ο Don Natchscheim). Η αποτυχία της ταινίας απογοήτευσε αλλά δεν πτόησε δια παντός τον Lucas, που συνέχισε σε διαφορετικό κινηματογραφικό είδος, αλλά με ένα φιλμ που διαπνέεται κι αυτό από ένα αντίστοιχο πνεύμα ελευθερίας, από την αισθητική του low budget και το DIY, αλλά και την αγάπη για την ταχύτητα και την περιπέτεια, έστω και υπό ένα άλλο πρίσμα. Η δεύτερη ταινία μεγάλου μήκους του George Lucas, λοιπόν, το American Graffiti, παρότι φτιαγμένο με βάση ένα μικρό σχετικά προϋπολογισμό (780.000 δολάρια) και πρωταγωνιστές τον μετέπειτα επιτυχημένο σκηνοθέτη Ron Howard (γνωστό τότε από τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στη σειρά Happy Days) και τον μάλλον άγνωστο Harrison Ford, απέφερε κέρδη 100.000.000 μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ.

 

Το επόμενο βήμα του Lucas ξεκίνησε ως μια παιδική σειρά που θα προβαλλόταν τα πρωινά του Σαββάτου από την τηλεόραση, συνδυάζοντας στοιχεία παραμυθιού και επιστημονικής φαντασίας, αλλά μετεξελίχθηκε σε περιπέτεια που εκτυλίσσεται μεν στο διάστημα (έχει χαρακτηριστεί ως space opera αλλά και ως διαστημικό western) αλλά έχει επίσης επιρροές από το ιαπωνικό σινεμά, τη κλασσική μυθολογία διαφόρων λαών και τη ρωμαϊκή ιστορία, αλλά και τη φιλοσοφία διαφόρων χωρών της Άπω Ανατολής – αρκετοί θεωρούν πως έχει ακόμα και μαρξιστικές προεκτάσεις. Το Star Wars έκανε την πρεμιέρα του στις 25 Μαΐου του 1977, κερδίζοντας 513 εκατομμύρια δολάρια μόνο στον πρώτο χρόνο κυκλοφορίας της, και ξεκινώντας ένα saga σπάνιας δημοφιλίας και διαχρονικότητας.

Το 3point magazine είναι ένα οριζόντια δομημένο μέσο που πιστεύει ότι η γνώμη όλων έχει αξία και επιδιώκει την έκφρασή της. Επικροτεί τα σχόλια, την κριτική και την ελεύθερη έκφραση των αναγνωστών του επιδιώκοντας την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Σε μια εποχή όμως που ο διάλογος τείνει να γίνεται με όρους ανθρωποφαγίας και απαξίωσης προς πρόσωπα και θεσμούς, το 3point δεν επιθυμεί να συμμετέχει. Για τον λόγο αυτόν σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού, σεξιστικού περιεχομένου θα σβήνονται χωρίς ειδοποίηση του εκφραστή τους.

Ακόμα, το 3point magazine έχει θέσει εαυτόν απέναντι στο φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, σχόλια ανάλογου περιεχομένου θα έχουν την ίδια μοίρα με τα ανωτέρω, τη γνωριμία τους με το "delete".

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη του 3point.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X