Σήμερα είναι μία μέρα που δεν έρχεται συχνά. Είναι από εκείνες τις μέρες που ηρεμώ λιγάκι. Έχεις βγει ποτέ να περπατήσεις στον δρόμο δυο στιγμές αφότου η βροχή έπαψε να χτυπά την πλάση, εκείνες τις ώρες που μοιάζει να απλώνεται μία απίστευτη υγρασία και ο αέρας, νοτισμένος να δηλώνει πως τα σύννεφα κατέβηκαν;

Έτσι και σήμερα. Για μένα χθες το βράδυ έβρεχε συνέχεια. Και την μέρα πριν. Και ακόμη μία. Είναι να απορεί κανείς, πόσο μπορείς ακόμη να βραχείς ακόμη κι όταν είσαι μούσκεμα. Κι όμως, θα σου συνιστούσα να μην προκαλείς τα όρια των περιστάσεων, καθώς συνήθως σε εκπλήσσουν και σε περιγελούν. Θα ορκιζόμουν πως δεν θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα. Τα κατάφερα… αλλά σημαίνει κάτι αυτό άραγε για το αύριο; Τί να πεις, όταν όλοι τριγύρω έχουν στο στόμα την ελπίδα;

Είναι περίεργο και είναι ειρωνικό. Θαρρείς πως όταν η ελπίδα φεύγει από τη ζωή, μπαίνει στους λόγους όλο και περισσότερο. Φαίνεται οι άνθρωποι την τύχη μάταια προκαλούν, πιστεύοντας ότι τα λόγια τους θα γίνουν ξόρκια και θα φτιάξουν την δική τους πραγματικότητα. Δεν ξέρω αν είναι η φύση του ανθρώπου ή η κοινωνική σύμβαση. Όποιος και αν είσαι, φαίνεται να καταλήγεις εκεί. Να κάνεις ξόρκια για να φέρεις την ελπίδα, σαν τελευταία παρηγόρια. Μα τι να το κάνεις, όταν οι αγαπημένοι γίνονται εικόνισμα της παλιάς σας σχέσης που το δαιμόνιο της επιβεβλημένης ελπίδας τους έχει καταλάβει;

Τί να το κάνεις όταν κι εσύ είσαι μονάχα η καρικατούρα του παλιού σου εαυτού, που τώρα , σαν σαράκι επίμονο, ο πόνος κατατρώει; Ένας πόνος που τον χειρότερο βασανιστή κάνει να φαντάζει ευλαβής, καθώς μέρες σου δίνει να θυμηθείς την παλιά σου ζωή…κι εκεί που νομίζεις ότι ξανά την άγγιξες, θολώνεις. Το χτύπημα ποτέ δεν συνηθίζεται. Πάντα ωμό και απρόσμενο. Κάθε φορά που την κάμαρα του βασανιστή σου αφήνεις τρέχοντας, έρχεται η στιγμή που θα τιναχτείς, λες και τα μαλλιά σου τα έδεσαν σε κάγκελο και μόλις τεντωθούν θα σε σωριάσουν.

«Θα τα κόψω τα ρημάδια τα μαλλιά, θα τα κόψω…θα τα κόψω.»

Μάταια όμως σχεδιάζω. Είναι λες και οι μέρες σου, όταν ξαπλώνεις, ανήκουν σ’ άλλους και όχι σε εσένα. Μοιάζει η βούλησή σου σαν άπιστη φίλη, που μόλις πλαγιάσεις, φεύγει από το προσκεφάλι σου και πάει και κοιμάται με άλλους. Ειδικά στους γιατρούς, έχει μία αδυναμία. Δεν μπορώ να πω, οι άσπρες μπλούζες έχουν μία διαχρονική γοητεία. Μη με πεις κακοήθη, αλλά θα ήθελα να είμαι γιατρός, μόνο και μόνο για να φέρω σε αμηχανία την άπιστη βούλησή μου. Ξαπλωμένος, ναι, αλλά και γιατρός. Τότε θα με απιστούσε ή όχι;

Τουλάχιστον το χιούμορ μου φαίνεται να μου έμεινε πιστό, αν και πολύ το θεωρούσαν ξαπλωμένο πολύ πριν ξαπλώσω εγώ. Δεν ξέρω τί θα έκανε η βούλησή μου σε εκείνη την περίπτωση, ξέρω όμως τι κάνει τώρα και τώρα είναι σε άλλα χέρια. Έχω ακούσει, βέβαια, πως υπάρχουν κι εκείνοι που, όταν η βούληση κοιτά να απιστήσει και τους ρίχνει κλεφτές ματιές, κάνουν πως δεν την βλέπουν, κι έτσι τριγυρνάει κοντά σου πάλι.

Τα πράγματα θολώνουν πάλι, αρχίζει να ψιχαλίζει…


«Γιατρέ, σε παρακαλώ,όταν σε πλησιάσει κάνε πως δεν την βλέπεις.»

Σχόλια

Αρθρογράφος

Αλέξανδρος Βάκουλας

Σπούδασε Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Ε.Κ.Π.Α. Κάνει το μεταπτυχιακό του στην Ιστορία και Φιλοσοφία των Επιστημών και της Τεχνολογίας, με εστίαση στο πεδίο «Επιστήμη, Τεχνολογία, Κοινωνία». Έχει ασκηθεί σε κρατικούς νομοθετικούς και γνωμοδοτικούς θεσμούς, ενώ ασχολείται ενεργά με προγράμματα μη τυπικής εκπαίδευσης. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την αλληλεπίδραση τεχνολογιών παραγωγής ενέργειας και κοινωνίας, τη σχέση τεχνολογίας και φύλου και την εφαρμοσμένη ηθική. Στον ελεύθερο χρόνο του κυνηγάει εικόνες από πόλεις της Ευρώπης, απλώνει τα βήματά του σε νέους προορισμούς και χώνεται σε δίσκους και αρχεία, ψάχνοντας καλή μουσική.

Σχετικά Άρθρα

X