Όσα έχουν ακολουθήσει την ερώτηση δημοσιογράφου στον Αντετοκούνμπο, δείχνουν και κάτι θετικό. Τα κοινωνικά μας αντανακλαστικά έχουν καλυτερέψει.

Όλος ο κόσμος ξεσηκώθηκε να κράξει μια ρατσιστική συμπεριφορά.

Καταδίκασε μια ερώτηση που ναι είναι ρατσιστική, αρέσει ή δεν αρέσει. Και δεν έχει υπάρξει καμία εξήγηση μέχρι στιγμής που να εξηγεί γιατί έγινε. Πού αποσκοπούσε. Πώς θα μπορούσε να διατυπωθεί αλλιώς για να είναι «σωστή».

Από τη στιγμή βέβαια που πολύ σοβαροί άνθρωποι, οι οποίοι ξέρουν καλά τον δημοσιογράφο, εγγυώνται δημόσια ότι η ερώτηση δεν αντιπροσωπεύει τα πιστεύω του γενικότερα, δεν έχω κανένα λόγο προσωπικά να το αμφισβητήσω.

Από την άλλη δεν μπορώ να δεχτώ όμως, ότι αυτό που κινητοποίησε όλο τον κόσμο να καταδικάσει την ερώτηση και να αγανακτήσει με τον δημοσιογράφο, ήταν κατά κύριο λόγο η τάση για ανθρωποφαγία.

Αν αυτή η ερώτηση περνούσε στο ντούκου, τότε είναι που θα έπρεπε να ανησυχήσουμε πραγματικά.

Η αντίδραση τόσων ανθρώπων, δείχνει ότι έχει εδραιωθεί στο μυαλό τους, πως δεν χωράνε στη ζωή μας οι διαχωρισμοί. Πώς σημασία δεν έχει πού γεννήθηκες, αλλά πώς αγωνίζεσαι στη ζωή και την καθημερινότητά σου, πώς συμπεριφέρεσαι στον διπλανό σου. Έχει εδραιωθεί η αντίληψη, ότι το να είμαστε διαφορετικοί και όχι εικόνα και καθ’ ομοίωση ενός συγκεκριμένου προτύπου εξωτερικά και εσωτερικά, είναι ομορφιά.

Αρκεί να δώσουμε στην ομορφιά το περιβάλλον να αναπτυχθεί. Να δίνονται ευκαιρίες σε παιδιά σαν τον Γιάννη, με ταλέντο στο μπάσκετ ή οπουδήποτε αλλού να το καλλιεργήσουν, χωρίς να χρειάζεται να πουλάνε σε κάποιο πεζοδρόμιο CD, ή να τους κυνηγάνε στο επόμενο στενό φασίστες.

Στην αλλαγή αντιλήψεων, έχει συμβάλλει πολύ η αγωνιστική πορεία του Αντετοκούνμπο και παράλληλα η στάση που κρατά απέναντι σε μια χώρα που άρχισε να του φέρεται στοιχειωδώς καλά μόνο όταν έγινε NBAer.

Γιατί λέμε ότι δεν υπάρχει καλύτερη απάντηση στους χρυσαυγίτες από τα επιτεύγματα του Αντετοκούνμπο; Διότι ο Αντετοκούνμπο, δείχνει πόσο ψηλά μπορεί κανείς να φτάσει, αν υπάρχει κοινωνική ισότητα.

Είναι καθαρά θέμα τύχης ότι τον Αντετοκούνμπο δεν τον έφαγε η μαρμάγκα της φτώχειας και του ρατσισμού. Θα μπορούσε να μην τον είχε δει κανείς προπονητής, να μην του έχει πληρώσει κανένας το εισιτήριο για να πάει να παίξει ένα ματς, να φάει ένα σουβλάκι. Θα μπορούσε να είχε χτυπηθεί ανεπανόρθωτα σε κάποια από τις επιθέσεις των φασιστών. Να χαθεί όπως τόσοι και τόσοι ταλαντούχοι άνθρωποι δίπλα μας, επειδή δεν έχουν την ευκαιρία να δείξουν ποιοι είναι.

Η επιτυχία του Αντετοκούνμπο, δείχνει ακριβώς αυτό. Τις επιτυχίες ανθρώπων που χάνονται, γιατί η κοινωνία και η Πολιτεία τους γυρνούν την πλάτη, γιατί έτυχε να έχουν διαφορετικό χρώμα, γιατί δεν είχαν την «τύχη» του Αντετοκούνμπο να τους δει κάποιος.

Την ίδια στιγμή δε, ενώ έχει υποστεί τόσο ρατσισμό, δεν αντιμετωπίζει την Ελλάδα με εχθρότητα. Αντίθετα τη διαφημίζει, της φέρνει λάμψη, τη φέρνει στο τραπέζι συζητήσεων και συζητήσεων ανά τον κόσμο. Δεν έφαγε το ψωμί κανενός, όπως κατηγορούν οι φασίστες όποιον δεν τους κάνει, αλλά δίνει ψωμί, όπως όταν προσλαμβάνεται ένας παραπάνω δημοσιογράφος για να καλύψει θέματα ΝΒΑ, που πλέον έχουν πολύ βασική θέση στο περιεχόμενο των ελληνικών αθλητικών ΜΜΕ.

Ο Αντετοκούνμπο πετυχαίνει όσο κανείς από τα μέρη μας να ενώσει τον κόσμο, ενώ οι φασίστες σκέφτονται διαρκώς λόγους για να τον διασπάσουν, να τον μπολιάσουν με μίσος να βάλουν τους φτωχούς να πολεμάνε άλλους φτωχούς. Ο Γιάννης ήταν ένας από αυτούς και παίζει γι’ αυτούς, όλους, χωρίς εξαίρεση με βάση την καταγωγή ή οτιδήποτε άλλο. Είναι από το Α έως το Ω η καλύτερη απάντηση στους φασίστες και τη ρητορική τους.

Ο Γιάννης είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας που θέλουμε. Κι όταν έχει καταφέρει να ενσαρκώνει το μέλλον που θέλουμε και να δίνει στο παρόν απαντήσεις που χρειαζόμαστε, δεν χωρούν ερωτήσεις που μας γυρίζουν στο σκοτεινό παρελθόν που δεν θέλουμε να θυμόμαστε, όπως αυτή που έγινε από τον δημοσιογράφο.

ΥΓ: Η ερώτηση, μπορεί να υποβαθμιστεί ως μια στιγμιαία βλακεία. Εγώ θα έλεγα ότι δείχνει πως την ίδια ώρα που τα κοινωνικά μας αντανακλαστικά καλυτερεύουν, υπάρχει και η άλλη όψη που δείχνει ότι σε κάποιο κόσμο, έστω κι υποσυνείδητα, είναι για τα καλά ριζωμένες οπισθοδρομικές αντιλήψεις, τόσο που δεν τις αντιλαμβάνεται. Τόσο που φτάνει κάποιος να σκέφτεται πρώτα μια ερώτηση όπως η περίφημη που σχολιάζουμε, που δεν του ηχεί καν «κάπως» και τη λέει μετά σε διεθνούς εμβέλειας γεγονός, όπως είναι μια συνέντευξη Τύπου ΝΒΑ.

Σχόλια

X