To 2015 ήταν η χρονιά που εκφράστηκε εκλογικά περισσότερο από ποτέ η αντίδραση στην λιτότητα.

Στις 25 Ιανουαρίου ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει τις εκλογές και γίνεται η πρώτη αριστερή κυβέρνηση στην ιστορία της χώρας. Η νίκη του είναι η αρχή μιας σειράς πολιτικών αλλαγών και ανακατατάξεων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με κύριο χαρακτηριστικό ότι εκφράστηκε για πρώτη φορά τόσο έντονα σε εκλογικό επίπεδο η αποδοκιμασία των σκληρών πολιτικών λιτότητας.

Οι πολίτες ψηφίζουν κόντρα στις πανίσχυρες μέχρι πρότινος παραδόσεις, έρχονται σε ρήξη με τα δικά τους ριζωμένα πιστεύω και δίνουν την ευκαιρία σε «αμόλυντες» από την εξουσία πολιτικές δυνάμεις. Ευελπιστούν πως οι τελευταίες δεν θα διαφθαρούν γιατί είναι «από τα κάτω». Από την άλλη εξακολουθούν να θεωρούν ως βασική αιτία πολιτικής διαφθοράς την εξουσία, αντίληψη που συνδέεται άμεσα με την σταθερά υψηλή αποχή από τις κάλπες. Για την ώρα η αντίληψη αυτή δεν έχει μετατραπεί σε συνειδητή πολιτική δράση, συνεπώς έχουμε απλά κόσμο που αδιαφορεί για τα «κοινά».

Η αύξηση της αποχής αποτελεί συνέπεια της απαξίωσης της πολιτικής. Όμως παράλληλα στα συρρικνωμένα εκλογικά αποτελέσματα αποτυπώνεται η στροφή του κόσμου σε εναλλακτικές πολιτικές λύσεις. Τα παλιά κόμματα εξουσίας καταβαραθρώνονται. Αφενός γιατί ταυτίζονται ευθέως με τη διαφθορά, αφετέρου διότι τους πιστώνονται οι ευθύνες για την άνοδο σε φτώχεια και ανεργία, για την αντιμετώπιση των οποίων επιστρατεύουν σκληρά μέτρα εις βάρος των πιο αδύναμων.

Επτά πρωθυπουργοί “έπεσαν” από το 2008 λόγω λιτότητας: Μπράουν, Σαρκοζί, Μπερλουσκόνι, Θαπατέρο, Παπανδρέου, Σαμαράς, Κοέλιο.

Την ώρα που ο δικομματισμός καταρρέει, οι αριστερές δυνάμεις ανεβαίνουν, ενώ στο προσκήνιο επιστρέφει η ακροδεξιά που ενισχύθηκε επίσης λόγω της κρίσης στο προσφυγικό ζήτημα.

Τελευταία ένδειξη «αλλαγής» αποτελούν οι εκλογές της 20ης Δεκεμβρίου στην Ισπανία. Το δεξιό Λαϊκό Κόμμα παρότι βγαίνει πρώτο, δεν μπορεί να σχηματίσει από μόνο του κυβέρνηση, ενώ οι Σοσιαλιστές δεν ενισχύονται στο ελάχιστο από τη φθορά του βασικού τους αντιπάλου. Αντίθετα οι δυνάμεις τους λιγοστεύουν τόσο που καταγράφουν τα χειρότερα ποσοστά στην ιστορία τους με 22%, περί τις 6 μονάδες χαμηλότερα από το προηγούμενο αρνητικό τους ρεκόρ το 2011 που ήταν 28,8%, έχασαν δηλαδή 1,5 εκατομμύριο κόσμο.

Ημέρες δόξας ζει αντίθετα το Podemos, που κόντρα στις εκτιμήσεις των δημοσκοπήσεων, παίρνει υψηλά ποσοστά, μαζί και την τρίτη θέση και δείχνει έτοιμο για το μεγάλο πολιτικό άλμα, που είναι η κατάληψη της εξουσίας.

Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις, αν υπάρξουν πρόωρες εκλογές τον Μάιο, το κόμμα του Πάμπλο Ιγκλέσιας, είναι πολύ πιθανό να κατακτήσει την πρώτη θέση. Η διεξαγωγή νέων εκλογών γίνεται κάθε μέρα και πιο πιθανή, από τη στιγμή που ο Ραχόι, επικεφαλής του Λαϊκού Κόμματος επιμένει να κυβερνήσει, αλλά δεν βρίσκει συμμάχους.

Οι Σοσιαλιστές αρνούνται να συμμαχήσουν μαζί του καθότι φοβούνται ότι θα ακολουθήσουν το δρόμο του ΠΑΣΟΚ σε απήχηση, ενώ την ίδια στιγμή δεν φαίνεται εύκολο να συμμαχήσουν με το Podemos, με μία από τις βασικές διαφορές να εντοπίζεται στη θέση τους για το δημοψήφισμα στην Καταλωνία (το Podemos δεν έχει απορρίψει τη δυνατότητα, παρότι έχει τοποθετηθεί αρνητικά στην ανεξαρτητοποίηση της Καταλωνίας). Από την άλλη οι Σοσιαλιστές ξέρουν καλά ότι σε νέα εκλογική αναμέτρηση υπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος να βρεθούν ακόμη χαμηλότερα, ενδεχόμενο που τους πιέζει να σχηματίσουν κυβέρνηση συνεργασίας με την αριστερά, με ανεξάρτητο και υπερκομματικό πρωθυπουργό που θα εγγυηθεί το τέλος της λιτότητας και θα περάσει απαραίτητες δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις.

Διαβάστε ακόμη:

Την οπτική του Πάμπλο Ιγκλέσιας για τα ΜΜΕ ως μηχανισμό διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. 

Τον Οκτώβριο, λίγες μέρες μετά τις δικές μας εκλογές και πριν από αυτές της Ισπανίας, στην Πορτογαλία τα αποτελέσματα της κάλπης στέλνουν το ίδιο μήνυμα, καθώς ο κεντροδεξιός συνασπισμός βλέπει τα ποσοστά του να υποχωρούν κατά 12 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ οι Σοσιαλιστές πέφτουν σε επιδόσεις χαμηλότερες των προσδοκιών και η «σίγουρη» πρωτιά χάνεται για 4,4% όση και η διαφορά τους από το πρώτο Paf που συγκέντρωσε 36,8%.

Αντίθετη πορεία έχει το Μπλόκο της Αριστεράς, που πετυχαίνει διψήφια ποσοστά και μαζί με τους Σοσιαλιστές, το Κομμουνιστικό Κόμμα και τους Πράσινους σχηματίζουν κυβέρνηση με στόχο να σπάσει «ο φαύλος κύκλος της λιτότητας», που θα «σέβεται τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της χώρας», όπως δηλώνει ο επικεφαλής των Σοσιαλιστών και νυν πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα.

bloko

Θετικά εκφράζονται για τη συμμαχία αμέσως μετά το τέλος των εκλογών οι υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις, κάτι που δεν θα μπορούσε να συμβεί ποτέ στην Ελλάδα. Ο γενικός γραμματέας του ΚΚ της Πορτογαλίας, Ζερόνιμο Σόουζα, αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει τις συνθήκες για να σχηματίσει κυβέρνηση». Από την πλευρά της η συντονίστρια του Μπλόκου της Αριστεράς, Καταρίνα Μάρτινς δηλώνει: «Η δεξιά δεν έχει την απόλυτη πλειοψηφία για να κυβερνήσει και για το Μπλόκο, δεν πρέπει να κυβερνήσει. Περιμένουμε και από τα άλλα κόμματα [τους σοσιαλιστές] να πουν τι θα κάνουν».

Μέτωπο ενάντια στην Μέρκελ από την κεντροαριστερά

Μπροστά στο φόβο της δικής τους πολιτικής καταστροφής και άλλοι ηγέτες της κεντροαριστεράς εγκαταλείπουν το συμβιβαστικό λόγο και βάζουν πιο δυναμικά στο τραπέζι την ανάγκη για μια λιγότερο γερμανοκεντρική Ευρώπη.

Ο Ματέο Ρέντσι, πρωθυπουργός της Ιταλίας, καλεί κεντροαριστερές κυβερνήσεις της Μεσογείου να σχηματίσουν ενιαίο μέτωπο για να εξισορροπήσουν τη γερμανική επιρροή στην Ε.Ε.  «Δεν γνωρίζω τι θα συμβεί στον φίλο μου τον Μαριάνο, γνωρίζω όμως ότι όσοι βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, ως υπερασπιστές μιας πολιτικής λιτότητας χωρίς ανάπτυξη, έχασαν τα αξιώματά τους», δηλώνει δυο μέρες μετά τις ισπανικές εκλογές και την καθίζηση του Ραχόι στους Financial Times  ενώ απευθυνόμενος στην Αγκελα Μέρκελ αναφέρει: «Η Ε.Ε. οφείλει να υπηρετεί και τα 28 κράτη–μέλη και όχι μόνο ένα εξ αυτών».

Ο αντικαγκελάριος της Γερμανίας, Ζίγκμουντ Γκάμπριελ, φαίνεται επίσης να αναγνωρίζει το πολιτικό αδιέξοδο: «Όποιος κλείνει τα μάτια του στο κοινωνικό ζήτημα γίνεται νεκροθάφτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Ωστόσο στο ελληνικό δημοψήφισμα, το αποκορύφωμα της σύγκρουσης μεταξύ των ισχυρών της Ευρώπης και της Ελλάδα τάσσεται με το ΝΑΙ στο τελεσίγραφο Γιούνκερ, το οποίο ταυτίζεται από τους υπέρμαχους του ΝΑΙ με την παραμονή στην Ευρωζώνη και με το οποίο τάσσονται τόσο η ΝΔ όσο και το ΠΑΣΟΚ.

Το ΟΧΙ θριαμβεύει με το εκκωφαντικό 62%, ο ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να έχει πετύχει μια νίκη μεγαλύτερη και από εκείνη των εκλογών του Ιανουαρίου. Σύντομα αυτή θα επισκιαστεί από την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου, που θα γείρει τον ΣΥΡΙΖΑ επικίνδυνα στα μάτια του κόσμου στην ίδια κατηγορία που βρίσκονται οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Αποκορύφωμα της πολιτικής του κρίσης, η διάσπαση, η αποχώρηση πολλών μελών και ο σχηματισμός της Λαϊκής Ενότητας.

Παρόλα αυτά τον Σεπτέμβρη κερδίζει ξανά τις εκλογές με διαφορά μεγαλύτερη των 7 ποσοστιαίων μονάδων από τη Νέα Δημοκρατία, παραμένοντας η μόνη αριστερή κυβέρνηση στην Ευρώπη. Σήμερα η εμπιστοσύνη των πολιτών εξακολουθεί να μειώνεται, τα ποσοστά του πέφτουν –δημοσκοπικά- στο 20%, οριακά παραπάνω από την ακόμη ακέφαλη ΝΔ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ανακάμπτει ο παλιός δικομματισμός. Στις εκλογές του 2012, βλέπουμε την αρχή της πτώσης, με την τελευταία -μέχρι την άνοδο του  ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία- επιτυχία ενός από τα δύο κάποτε μεγάλα κόμματα, της Νέας Δημοκρατίας. ΝΔ και ΠΑΣΟΚ συγκεντρώνουν οριακά περισσότερο από το 40% των ψήφων. Το 2004, τη χρονιά του απόλυτου παροξυσμού, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν το 85% των ψήφων. Αντίστοιχη είναι η εικόνα που έχουμε στην Ισπανία. Στη διάρκεια των 40 χρόνων της μεταπολίτευσης που ακολούθησε τη δικτατορία του Φράνκο, η εξουσία εναλλασσόταν με πρωταγωνιστές το Λαϊκό Κόμμα και τους Σοσιαλιστές, που μαζί συγκέντρωναν το 80 με 85% των ψήφων. Τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα, φανερώνουν ότι δεν ξεπέρασαν το 50%.

Μόλις 3 από τις 28 χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν κυβέρνηση πλειοψηφίας ενός κόμματος.

Σημαντική πολιτική μετατόπιση προς τα αριστερά σημειώνεται και στη Μεγάλη Βρετανία, όπου δεν γίνονται εκλογές για την κυβέρνηση, ωστόσο, χιλιάδες πολίτες εκφράζονται μέσα από την επιλογή νέου ηγέτη για το Εργατικό Κόμμα, το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα της χώρας αυτή τη στιγμή. Σχεδόν από το πουθενά, ενώ κανείς δεν το περιμένει ο πρεσβευτής των πιο αριστερών θέσεων του Εργατικού Κόμματος, Τζέρεμι Κόρμπιν συντρίβει τους αντιπάλους του στις εκλογές της 12ης Σεπτεμβρίου, παρότι λογιζόταν από τους πάντες ως αουτσάιντερ.

Οι βασικές του θέσεις είναι συγγενικές με αυτές των υπόλοιπων αριστερών δυνάμεων ανά την Ευρώπη. «Γνωρίζω πολύ καλά τον Αλέξη Τσίπρα. Τον εκτιμώ και είμαι βέβαιος ότι θα συνεργαστούμε μέσα στο πλαίσιο της Ευρώπης, για να αντισταθούμε στα μέτρα λιτότητας και να προωθήσουμε πολιτικές που θα φέρουν την ανάπτυξη», τονίζει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Έθνος».

Η απόσταση για να δούμε και στη Μεγάλη Βρετανία μια κυβέρνηση με αριστερό πρόσημο, είναι τόση τουλάχιστον όση μέχρι να γίνουν ξανά εκλογές. Στις αρχές του Μαίου οι Συντηρητικοί κερδίζουν στις εκλογές την αυτοδυναμία και υποχρεώνοντας του Εργατικούς να θυμηθούν τα πέτρινα χρόνια από το 1979 μέχρι το 1997, διάστημα στο οποίο έχασαν σε τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις. Από αυτή την «κρίση» κερδισμένοι βγαίνουν ο Κόρμπιν και οι ξεχασμένες αριστερές αξίες του κόμματος. Είναι δεδομένο όμως ότι ακόμη κι αν πάρει κάποια στιγμή την εξουσία, ίσως ο μεγαλύτερος αντίπαλός του να είναι το ίδιο του το κόμμα και οι πτέρυγες που επιμένουν συντηρητικά και εξακολουθούν να διατηρούν την μεγαλύτερη δύναμη.

Διαβάστε ακόμη:

Ποιος είναι ο Τζέρεμι Κόρμπιν 

Οι 15 φορές που ήταν στη σωστή πλευρά

Η λιτότητα, δεδομένου ότι επιβλήθηκε από δεξιές κατά κανόνα κυβερνήσεις, είχε ως αποτέλεσμα τη στροφή των πολιτών σε κόμματα της αριστεράς. Δεν παρατηρείται ωστόσο η ίδια τάση στη Γαλλία. Η λιτότητα μαζί με τις τελευταίες επιθέσεις των τζιχαντιστών λειτούργησαν ως ένα εκρηκτικό μείγμα που αξιοποίησε στο έπακρο η Μαρίν Λεπέν. Στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές, το Εθνικό Μέτωπο τρομοκρατεί, αυτή τη φορά από την κάλπη, τη Γαλλία και ολόκληρη την Ευρώπη, συνεχίζοντας την ανοδική πορεία των τελευταίων χρόνων.

Το 2012, στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών η 44χρονη τότε Λεπέν (38 είναι τότε ο Τσίπρας που φτάνει στη δική του μεγάλη επιτυχία, με τον ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο στις εκλογές), κατακτά την τρίτη θέση αποσπώντας το 18% των ψήφων. Λίγο αργότερα, καταφέρνει για πρώτη φορά από το 1986 να εκλέξει τρεις βουλευτές στη γαλλική Εθνοσυνέλευση.

Στις Ευρωεκλογές του 2014 η Μαρίν Λεπέν, έχοντας κινηθεί προς τα.. αριστερά, μετριάζοντας τις ακραίες θέσεις, που είχαν εκφραστεί παλιότερα από το Εθνικό Μέτωπο, κερδίζει την πρώτη θέση με 25%. Την ίδια ώρα στην Ελλάδα, ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει στην αντίστοιχη διαδικασία με 26,6% και η Χρυσή Αυγή φτάνει στην τρίτη θέση με ποσοστό 9,3%. Την ίδια περίοδο το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς κερδίζει και στις αυτοδιοικητικές εκλογές την πρωτιά με 26,2%.

Η παράλληλη πολιτική μετατόπιση του εκλογικού σώματος σε δύο πολύ διαφορετικές χώρες της Ευρώπης, αλλά με κοινό παρανομαστή την λιτότητα, αποδεικνύεται σε όλες τις πιθανές αναμετρήσεις.

Στον δρόμο για τις νέες προεδρικές εκλογές που γίνονται το 2017, η Μαρίν Λεπέν θριαμβεύει στον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών. Βγαίνει πρώτη και στις 13 περιφέρειες της χώρας, όμως στο δεύτερο γύρο καταρρέει. Σοσιαλιστές και Συντηρητικοί ενώνονται μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο και οι περιφέρειες χωρίζονται στους δύο πολιτικούς σχηματισμούς με 5 και 7 περιφέρειες αντίστοιχα.

Ο κίνδυνος παραμένει. Όπως σωστά επισημαίνεται σε άρθρο του Βαγγέλη Γούλα (γραμματέας του Ελληνογαλλικού συλλόγου «Ελλάδα  Γαλλία  Αντίσταση») η Λεπέν ηττήθηκε στις εκλογές, αλλά  οι ιδέες της έχουν κερδίσει σημαντικό έδαφος. Στην επαύριο του πρώτου γύρου των περιφερειακών εκλογών, η Κατερίνα Καραβία γράφει «το Εθνικό Μέτωπο τρέφεται, μεγαλώνει, διογκώνεται και τώρα θριαμβεύει από το συστατικό που πρόσφερε απλόχερα τον τελευταίο μήνα ο Ολάντ στην Γαλλία: τον φόβο». Εφόσον αυτοί οι παράγοντες δεν εξαλείφονται, τότε το Εθνικό Μέτωπο είναι λογικό να παραμένει παντοδύναμο και να ενισχύεται περισσότερο. Έστω κι αν όπως επίσης πολύ εύστοχα επισημαίνεται επίσης σε άρθρο του thetoc.gr που επικαλείται τον συγγραφέα και ερευνητή Κριστιάν Σαλμόν «βασικό χαρακτηριστικό του Εθνικού Μετώπου είναι η ικανότητά του να προσφέρει σ’ όλους τους «χαμένους» της γαλλικής κοινωνίας, όχι ένα πολιτικό πρόγραμμα που θα μπορούσε να βελτιώσει την κατάστασή τους, αλλά εξιλαστήρια θύματα».

Σε λίγες ημέρες ο ΣΥΡΙΖΑ, συμπληρώνει ένα χρόνο στη διακυβέρνηση της χώρας με μικρό διάλειμμα το διάστημα, από την παραίτηση του Αλέξη Τσίπρα, μέχρι τη σύσταση της νέας βουλής, μετά τις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτή η πολιτική αλλαγή που σημειώθηκε σε εκλογικό επίπεδο, μετουσιώνεται στην καθημερινότητα μας χάρη σε διαφορετικές με το παρελθόν πρωτοβουλίες. Και κατά πόσο αυτή η πολιτική αλλαγή φαίνεται να διαμορφώνει πράγματι διαφορετικά δεδομένα , με την υποχώρηση των συντηρητικών μεθόδων που ζήσαμε.

Πριν καν αναλάβει καθήκοντα ο ΣΥΡΙΖΑ, είχε ένα δεδομένο υπέρ του, μία νίκη. Οι προτάσεις του ήταν πειστικότερες από αυτές των αντιπάλων του. Έστω και αν η πίστη ότι θα γίνουν πραγματικότητα ήταν σημαντικά μικρότερη, για πρώτη φορά ηττάται σε επίπεδο αποτελέσματος ο νεοφιλελευθερισμός.

Οι απαισιόδοξες εκτιμήσεις δικαιώνονται παρόλα αυτά. Η αναγκαστική υπογραφή του τρίτου μνημονίου, που κανείς δεν αμφισβητεί ως αναγκαστική αλλά αμφισβητείται έντονα η τακτικτή που επιλέχθηκε από την ελληνική κυβέρνηση μέχρι να φτάσουμε εκεί, δεν αφήνει στο ΣΥΡΙΖΑ πολλά περιθώρια για πολιτικό έργο. Με βάση αυτά τα δεδομένα είδαμε να κερδίζονται πράγματα περισσότερο σε δικαιωματικό επίπεδο (νομοσχέδιο για ιθαγένεια και σύμφωνο συμβίωσης), ενώ στα υπόλοιπα πεδία διαπιστώνονται μικρές ταξικές παρεμβάσεις (νομοσχέδιο για την ανθρωπιστική κρίση, 100 δόσεις, κατάργηση του 5ευρου εισιτήριου για τα νοσοκομεία κ.ά).

Στην Πορτογαλία, όπου η κυβέρνηση μετρά λιγότερους μήνες, οι παρεμβάσεις γίνονται πιο άμεσα και είναι περισσότερο ορατές. Αύξηση του κατώτερου μισθού από τα 505 ευρώ στα 530, κατάργησης της υπερφορολόγησης 3,5 εκατομμυρίων οικογενειών, η κατάργηση των περικοπών σε μισθούς στο Δημόσιο και η επαναφορά αργιών, είναι τα πρώτα βήματα που γίνονται. Δεν λείπουν βέβαια οι αντιδράσεις. Το μεγαλύτερο πορτογαλικό συνδικάτο, η αριστερή CGTP, όπως αναφέρει ο Αργύρης Παναγόπουλος στην «Αυγή», εκτιμά ότι η αύξηση των 25 ευρώ «είναι ανεπαρκής και καθυστερημένη».

Η κριτική της CGTP δεν είναι η μοναδική στις ανερχόμενες πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς. Η συνεργασία με κόμματα που αποτέλεσαν μέρος του προβληματικού πολιτικού συστήματος, όχι μόνο στην Πορτογαλία, είναι ένα ακόμη ερώτημα. Όπως προβληματίζει επίσης η σημαντική οπισθοχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ από τις θέσεις που εξέφραζε πριν τις εκλογές της 25ης Γενάρη, που ακόμη και αν σε αρκετές περιπτώσεις φαίνεται να είναι αποτέλεσμα πολιτικού εκβιασμού, δημιουργεί ούτως η άλλως προβληματισμό σχετικά με το σημείο που μπορούν να φτάσουν οι παρεμβάσεις.

Βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ είναι τον Ιούλιο η μόνη αριστερή κυβέρνηση και σήμερα το τοπίο παρουσιάζεται αλλαγμένο, με μια ακόμη αριστερή κυβέρνηση στην Πορτογαλία και σοβαρές πιθανότητες για παρόμοια  εξέλιξη στην Ισπανία.

Οι ουσιαστικές αλλαγές απαιτούν συγκρούσεις, καθώς θίγονται συμφέροντα είτε πολυεθνικών, είτε τραπεζών, είτε κομμάτων, ωστόσο φαίνεται πως απουσιάζει το στοιχείο της σύγκρουσης. Δεν θα λέγαμε ότι το ίδιο ισχύει από την ανάποδη. Θυμίζουμε τις απειλές του Σόιμπλε στον ΣΥΡΙΖΑ πριν γίνει κυβέρνηση: «θα σας γδάρουν σαν λαγούς και θα ανεμίζουν τα τομάρια σας στους Podemos».

Φαίνεται επίσης η έλλειψη ξεκάθαρου οράματος για την επόμενη μέρα. Το Podemos αντιλαμβάνεται την ιδέα της διευρυμένης πάλης σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ευρώπης, αλλά δεν παρουσιάζει αντίστοιχη ευρύτητα σε θέσεις. Όπως υπογραμμίζεται από το Νίκο Σβέρκο σε σχετικό δημοσίευμα της Εφημερίδας των Συντακτών «η μοναδική αναφορά στην Ευρώπη περιορίζεται στην επιδίωξη για τη δημιουργία ενός «κοινωνικού Eurogroup». Προτείνεται συγκεκριμένα η δημιουργία μιας δομής, «η οποία θα απαρτίζεται από τους υπουργούς Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων και θα παρακολουθεί τις κοινωνικές ανισότητες, ενώ θα συντονίζεται τις πολιτικές της αγοράς εργασίας στην ευρωζώνη».

Τι είχαμε, τι θα έχουμε

Οι δύο επικρατέστερες αποτιμήσεις για το τι έχει γίνει μέχρι τώρα και εκτιμήσεις γι΄αυτά που έχουμε μπροστά μας, θα μπορούσαν να συμπυκνώνονται σε δύο τίτλους. Η Καθημερινή βλέπει «Πολιτική αστάθεια στον Μεσογειακό Νότο» και η Αυγή με βασικό δεδομένο ότι πέρυσι τέτοιες μέρες είχαμε Σαμαρά, Ραχόι, Κοέλιο και φέτος όχι, οδηγείται στο συμπέρασμα: «Κι όμως, γυρίζει».

Κυριακή κοντή γιορτή για να δούμε αν πράγματι η Ευρώπη θα κάνει ένα ριζοσπαστικό βήμα, με την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού και την προτίμηση δυνάμεων από τα κάτω. Νέες εκλογές βρίσκονται στον ορίζοντα, ενώ η αποτελεσματικότητα των νεοεκλεγμενών αριστερών κυβερνήσεων κρίνεται από μέρα σε μέρα.

Όσο για την απειλή της ακροδεξιάς, τα μηνύματα δεν είναι ενθαρρυντικά, καθώς δεν είναι μόνο η Γαλλία. Είναι ακόμη η Πολωνία, όπου τον περασμένο Οκτώβρη ο κόσμος ψηφίζει πρώτο και με διαφορά το συντηρητικό καθολικό κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη. Ενδεικτικό της λογικής του, η αρνητική του θέση για εγκατάσταση των προσφύγων στη χώρα διότι αποτελούν απειλή για τη ζωή των χριστιανών, ενώ σημειώνεται ότι την ίδια ώρα εκτός κοινοβουλίου μένουν τα κόμματα της αριστεράς. Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι εξελίξεις βέβαια στην Ουκρανία όπου απαγορεύτηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Στην προκειμένη δεν έχουμε κάτι καινούριο. Το μίσος και ο φόβος, από το οποίο θρέφονται τα ακροδεξιά κόμματα έβρισκαν πάντα πρόσφορο έδαφος, γεγονός όμως που καθιστά ακόμη μεγαλύτερη την πρόκληση να κερδηθεί ένα στοίχημα που για την Ευρώπη δεν είχε μπει ποτέ άλλοτε στο τραπέζι. Να κυβερνήσουν αριστερές, όχι σοσιαλδημοκρατικές, δυνάμεις.

Σχόλια

X