Και έτσι όπως είχα ξαπλώσει 1.30 τα μεσάνυχτα, σηκώθηκα για να κλείσω την μπαλκονόπορτα. Ήταν ένα βράδυ γύρω στα τέλη Σεπτέμβρη, το φθινόπωρο είχε αρχίσει δειλά-δειλά να κάνει την εμφάνισή του στη ζωή μας για ακόμη μια φορά. Φυσούσε ένα δροσερό αεράκι και μαζί του συμπαρέσυρε όλη αυτή την φλόγα του καλοκαιριού. Είναι ακριβώς εκείνη η εποχή που θέλεις να σκεπαστείς με ένα λεπτό σεντονάκι ή μια χρωματιστή λεπτή κουβερτούλα που την έχεις στην άκρη της πάνω ντουλάπας με τα χειμωνιάτικα ρούχα. Αφήνεις μισάνοιχτη την μπαλκονόπορτα για να θυμάσαι τις αναμνήσεις του καλοκαιριού αλλά ταυτόχρονα να νιώθεις έντονα μια δύναμη που σε τραβάει σ’ ένα φθινοπωρινό παραμύθι. Μισοσκεπασμένη μ’ ένα σεντόνι, κάθε χρόνο τέτοια εποχή η ίδια ιστορία. Αδύνατον να βολευτείς, αφήνεις το ένα πόδι να ξεγλιστρήσει από το σεντόνι για να έχεις μια ψευδαίσθηση δροσιάς. Ώσπου θα φτάσει και πάλι ο χειμώνας που θα χώνεσαι και πάλι κάτω από το πάπλωμα, κάνοντας όνειρα που θα ’ναι άλλοτε πιο ζεστά και άλλοτε πιο κρύα. Άλλοτε πιο χαρούμενα και άλλοτε πιο λυπηρά. Και αναρωτιόμουν καθώς έκλεινα τα μάτια μου και προσπαθούσα να ξεκουράσω το μυαλό μου, άραγε θα πάρει μαζί του το καλοκαίρι και την φθινοπωρινή μελαγχολία που ένιωθα ή μήπως ο χειμώνας θα είναι τόσο παγωμένος που θα την παγώσει στο πέρασμά του;

Σχόλια

X