«Τα πράγματα αλλάζουν» δήλωσε ο Αντώνης Σαμαράς μετά την επίτευξη συμφωνίας με την τρόικα για την εκταμίευση άλλης μίας ταλαίπωρης δόσης του δανείου – ενάμιση μήνα κράτησε η διαπραγμάτευση. Ο πρωθυπουργός φρόντισε να μην πρωτοτυπήσει καθόλου, σπεύδοντας να προσθέσει, ως συνήθως, ότι τα δύσκολα δεν έχουν περάσει, «αλλά οι θυσίες πιάνουν τόπο».

Στην πραγματικότητα, δεν αλλάζει τίποτα ιδιαίτερο – τουλάχιστον όχι προς το καλύτερο. Το μόνο χειροπιαστό θετικό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης είναι η μείωση του φετινού «χαρατσιού» κατά 15%. Από το 2014 καταργείται το ειδικό τέλος και θα εφαρμοστεί ο νέος, ενιαίος φόρος ακινήτων, που θα είναι «από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη»,  όπως είπε ο πρωθυπουργός. Ξέχασε βέβαια να αναφέρει ότι μέχρι το καλοκαίρι θα έχουν αυξηθεί οι αντικειμενικές αξίες σε περιοχές μέσης και χαμηλής αξίας. Καθώς ο συντελεστής φορολόγησης θα βασίζεται στις αντικειμενικές αξίες, δεν αποκλείεται οι ιδιοκτήτες να πληρώσουν υψηλότερο φόρο από ό,τι φέτος – εκτός από όσους κατέχουν ακίνητα σε «ακριβές» περιοχές, στις οποίες αναμένεται μείωση.

Όσον αφορά στο άλλο πολυσυζητημένο θέμα της διαπραγμάτευσης, τις απολύσεις στο Δημόσιο, ανακοινώθηκε και επίσημα ότι δεκαπέντε χιλιάδες υπάλληλοι αποχωρούν και άλλοι δεκαπέντε χιλιάδες παίρνουν τη θέση τους. Όπως είπε ο πρωθυπουργός, η μείωση προσωπικού θα προκύψει από υπαλλήλους που έχουν καταδικαστεί, από οικειοθελείς αποχωρήσεις και από καταργήσεις θέσεων. Οι αντικαταστάτες θα είναι νέοι και θα προσληφθούν με αξιοκρατικά κριτήρια.

Φαίνεται ότι για άλλη μία φορά η κυβέρνηση καταφεύγει σε φθηνά επικοινωνιακά τρικ για να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα. Από τη μία, προσπαθεί να καθησυχάσει όσους ξεσπαθώνουν χρόνια -δικαίως ή αδίκως- εναντίον του Δημοσίου, αφού υποτίθεται ότι ξεκινά επιτέλους η «εκκαθάριση» των διεφθαρμένων, ανίκανων και αχρείαστων. Από την άλλη, με τη ρήτρα 1:1 (μία πρόσληψη για κάθε αποχώρηση), επιχειρεί να κατευνάσει όσους φοβούνται δραματική συρρίκνωση του δημοσίου τομέα.

Τελικά, δεν πείθει ούτε τους μεν, ούτε τους δε. Φυσικά, η μόνη που έπρεπε να πειστεί ήταν η τρόικα. Γιατί όμως να δεχτεί ένα τόσο «μεσοβέζικο» μέτρο; Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αρχικά απαιτούνταν 150.000 αποχωρήσεις μέχρι το τέλος του 2015. Ίσως έπαιξε ρόλο η εξοικονόμηση χρημάτων που θα προκύψει αν εφαρμοστεί η συμφωνία: προσλαμβάνονται νέοι, προφανώς με το βασικό μισθό Δ.Υ. που πλέον έχει διαμορφωθεί στα 511 Ευρώ για τους κάτω των 25 ετών, στη θέση υπαλλήλων που λόγω προϋπηρεσίας και μόνο κοστίζουν αρκετά περισσότερο. Το σίγουρο είναι ότι οι εταίροι μας, παρότι μας ταλαιπωρούν και ταλαιπωρούνται τρία χρόνια, έχουν πολλά ακόμη να μάθουν για την ελληνική πραγματικότητα.

Κατ’ αρχάς, για να γίνουν οι αποχωρήσεις επιόρκων πρέπει να επιταχυνθεί η εκδίκαση των υποθέσεών τους. Προς το παρόν, τα πειθαρχικά συμβούλια εξετάζουν περίπου 20 υποθέσεις την εβδομάδα, ενώ αυτές που εκκρεμούν είναι ήδη πάνω από 2.000. Με αυτούς τους ρυθμούς, χρειάζονται δύο χρόνια, χωρίς να συνυπολογιστούν οι όποιες νέες καταγγελίες – αλλά πρέπει να συνυπολογιστούν, διότι προκύπτουν καθημερινά. Ακόμη και αν με κάποιο μαγικό τρόπο οι διαδικασίες επιταχυνθούν εξωπραγματικά μέχρι τον Ιούνιο -όπως ζητάει η τρόικα- οι καταδικασθέντες υπάλληλοι έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν έφεση και να φτάσουν μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Η κυβέρνηση θα μπορούσε, βέβαια, να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο για να επιταχύνει την αποχώρηση των επιόρκων, αλλά σε αυτή την περίπτωση θα ετίθετο θέμα συνταγματικότητας.

Η δεύτερη κατηγορία αφορά σε όσους επιλέξουν να φύγουν οικειοθελώς. Για να αποχωρήσει όμως κάποιος από το Δημόσιο με τη θέλησή του χρειάζεται κίνητρα. Πόσοι δημόσιοι υπάλληλοι θα αφήσουν τις θέσεις τους για μία χαμηλή σύνταξη; Εκτός αν η κυβέρνηση σκοπεύει να δώσει σημαντικά αυξημένες συντάξεις ή εφάπαξ στους συγκεκριμένους, εγείροντας πάλι -μαντέψτε- θέμα συνταγματικότητας.

Χρειάζεται να σχολιάσουμε τα περί θέσεων που καταργούνται λόγω κατάργησης ή συγχώνευσης των οργανισμών όπου ανήκουν; Την τελευταία φορά που τα έβαλαν κάτω βρήκαν… 49 θέσεις. Ποιος ξέρει, μπορεί το τελευταίο εξάμηνο να πολλαπλασιάστηκαν οι άχρηστοι οργανισμοί του δημοσίου. Ή μπορεί όντως να το πήραν απόφαση και να τους ανακάλυψαν. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία διότι -έκπληξη!- είναι συνταγματικά αμφισβητήσιμο αν μπορεί να απολυθεί δημόσιος υπάλληλος ακόμη κι αν καταργείται ο οργανισμός όπου ανήκει η θέση του.

Έτσι λοιπόν, το θέμα θα πάρει -πάλι- λίγους μήνες αναβολή, μέχρι η τρόικα να διαπιστώσει ότι δε γίνεται δουλειά. Θα καταρτιστεί ένα νέο πλάνο απόλυσης επιόρκων, οικειοθελών αποχωρήσεων και καταργήσεων οργανισμών, που θα αποτύχει, ώστε να οδηγηθούμε στο επόμενο. Και ούτω καθεξής, μέχρι να καταστεί σαφές ότι δεν μπορείς να έχεις χιλιάδες αποχωρήσεις από τον δημόσιο τομέα, σε μία χώρα όπου η μονιμότητα προστατεύεται από το Σύνταγμα, εκτός αν προχωρήσεις σε συνταγματική αναθεώρηση.

Με αυτά τα δεδομένα, ο κ. Σαμαράς μάλλον έχει άδικο. Τίποτα απολύτως δεν αλλάζει. Η κυβέρνηση -όπως και οι προηγούμενες- απλώς αγοράζει χρόνο για να μην πάρει καμία ουσιαστική απόφαση. Όπως κι αν ονομάζει τα μέτρα, συνεχίζει τη φοροεπιδρομή, καταργώντας το χαράτσι, αλλά αυξάνοντας τις αντικειμενικές αξίες. Δεν καταργεί τη μονιμότητα, αλλά εξαγγέλλει απολύσεις. Και βέβαια, ζητήματα ουσίας όπως η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση και του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα παραπέμπονται στην επόμενη διαπραγμάτευση. Στην οποία, παρεμπιπτόντως, η τρόικα περιμένει επιτέλους να δει αποτελέσματα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, κυρίως των πλουσίων.

 ΥΓ. Δεν έχω «καλά πληροφορημένες πηγές στην κυβέρνηση» αλλά ένα πουλάκι μού είπε ότι ένας επιπλέον λόγος που οι κυβερνητικοί εταίροι κατέληξαν στις προσλήψεις των 15 χιλιάδων νέων και το σύστημα «1:1» είναι για να επεκτείνουν ένα άλλο σύστημα, το «4:2:1» που τόσο ωραία εφάρμοσαν στις ΔΕΚΟ. Αξιοκρατικά, πάντα.

Σχόλια

X