…σαν να φοράς ένα ακαλαίσθητο, αλλά καθόλου παράταιρο άνορακ, με προσχήματα λόγου που θα το έκαναν να είναι στη μόδα, να είναι πλησίον σου, να είναι παρακμιακό της εποχής, αλλά μπροστά της και να ενέχει εσένα.

Ένδυμα, ένδυμα σαν τη γύμνια, όλα είναι ενδύματα, εκτός από τις επιφάνειες που βλέπει ο ήλιος, αλλά κι αυτές ακόμα υπάρχουν στην περιδίνηση της πληροφορίας του αισθητικά αισθητού, της αδιαφάνειας και της μη αποκάλυψης.

Όλος ο κόσμος ένα τσίρκο, Πιο ψεύτικος δεν γίνεται, κολλάει στη μοναδιαστικότητά του και υποθέτει όλα τα υπόλοιπα!
Στην πύλη, ο σκηνοθέτης-χορογράφος τσεκάρει τα εισιτήρια του κοινού· προσπαθώ να διακρίνω τις αδρές γραμμές του προσώπου του που δηλώνουν κούραση ή και πείρα, αλλά το μειδίαμα του μου απαντά προτού το πολυσκεφτώ. Μαύρο κοστούμι, φλέβες που πετάνε όσο πρέπει, αποφασιστικές κινήσεις που παραμένουν φιλικές και μια διάθεση που καλωσορίζει, χωρίς να προϊδεάζει για κάτι. Σε λίγη ώρα θα βγάζει ζυμάρι ή πλαστελίνη από ένα κουβά και θα ορίζει τα χνάρια του πάνω στα πεσμένα κομμάτια της πρώτης ύλης.

Δεν υπάρχει ωραιότερο ένδυμα από το γυμνό, ωστόσο το αποτέλεσμα του πολιτισμού είναι για την ήπειρο μας το ρούχο. Η πρώτη ύλη του σώματος συνοδεύεται με το παρουσιαστικό του. Η πρώτη ύλη του σώματος περιγράφει τον εαυτό της ως ανάλυση της φύση με απλά λόγια. Η πρώτη ύλη του σώματος διδάσκει τη φύση να είναι λεπτομερής, ενόσω αυτό κινείται γύρω της ως το αντικείμενο δράσης, ενέργειας, προσοχής, μικρόνοο, αθέλητο, διστακτικό, μεγαλόπνοο, αντιστασιακό, ενώ κουβαλάει το είναι του με επαγγελματικά χορευτικές προδιαγραφές, που καταρτίζουν τον χώρο κι ο άνθρωπος συμπεριφέρεται ως η πρώτη ιδέα της ύλης, εις διπλούν, ντυμένος με κοστούμι και ολόγυμνος!

Ο λόγος για την Πρώτη Ύλη του Δημήτρη Παπαϊωάννου, που παρουσιάζεται γύρω από το φαινομενικά ακατέργαστο και επιδεκτικό χώρο του κτιρίου Α της Πειραιώς 260, από την 1η Ιουνίου έως την 14η Ιουλίου και αποτελεί μία γλώσσα για την κλιμάκωση των κοινωνικών και προσωπικών δίπολων, χωρίς να την περιλαμβάνει στην πραγματικότητα· δεν τη χρειάζεται…

Όταν όλα συμβαίνουν με μία «μαγευτική» κάλυψη της μοίρας και του ατέρμονου ρυθμού που εξελίσσεται η πραγματικότητα, ποια μορφή θα άρμοζε περισσότερο σε ένα σώμα που θέλει να κινείται, όχι με βάση τη μάζα των αντικειμένων που το περιβάλλουν, αλλά την πρώτη ύλη που το κατασκεύασαν, την πρώτη ύλη που έμαθε να εκφράζεται, την πρώτη ύλη της κίνησης του, την πρώτη ύλη που δεν είναι άλλη από το ίδιο το σώμα;

Το σώμα στη μίξη του με το διπλανό, το σώμα ως αντικείμενο έμπνευσης, πόθου, το σώμα που επηρεάζεται από τη μυσταγωγία της πρωτόγονης δύναμης που κάποιες στιγμές το θέλει ίσο με το Άλλο, αλλά καταφέρνει να εξισορροπεί μεταξύ εκπαίδευσης του και ανταγωνισμού, υπερίσχυσης λόγω ετερότητας και αρτιότητας και αναζήτησης ταυτότητας την ίδια στιγμή, του γυμνού σε σχέση με το ντυμένο.

Το σώμα ως κατευθυντήριος βρόγχος με αρχή και τέλος που ορίζονται από αυτό και συνδέονται, δημιουργεί το δίπολο του διδασκάλου (Παπαϊωάννου) και του μαθητευόμενου (Μιχάλη Θεοφάνους), το δίπολο του δημιουργού και του δημιουργήματος, του σκηνοθέτη και του ηθοποιού, του πάσχοντα και του θεραπευτή, του ίσου αντιπάλου προς ίσο και μετά την  ανατροπή, γιατί πάντα στα παιχνίδια ισχύος η ροή τους ανατρέπεται, η υπερίσχυση και η εξισορρόπηση δια της συμπλήρωσης του άλλους είναι γεγονός.

prwtiuli2

Το σκηνικό απλό, πέρα από τους τοίχους του κτιρίου που δίνουν την εντύπωση ότι επιδέχονται περαιτέρω κατασκευής παρότι είναι «ολόκληροι», υπάρχει μία μαύρη εξέδρα, μεγάλες  παλέτες σε μορφή πόρτας, του «ντυμένου» Παπαϊωάννου, μία λεία, τύπου βελουτέ παλέτα και του γυμνού Θεοφάνους, μία πιο απλή, ακατέργαστη, ξύλινη που τοποθετείται, επανατοποθετείται, μετατοπίζεται, καταρρέει, κρύβει, λειτουργεί ως ένα οιονεί βάρος που παραπέμπει στον Σίσσυφο και πασχίζουν να το μεταφέρουν, ως σκηνικό που βοήθα την αισθητική πραγμάτωση της χορογραφίας, ως κάδρο για το τέλειο γυμνό σώμα και τις πόζες που τον καθοδηγεί ο Άλλος να πάρει και τον αναδεικνύουν ως τέτοιο. Οι δοκιμές του «σκηνοθέτη» άνδρα πάνω στον απόγονο των ιδεών του τον μεταμορφώνουν μία στον Τέλειο Άνθρωπο, την άλλη σε κούρο ή σε Ερμή του Πραξιτέλους, σε μία εξέλιξη του ίδιου.

Επιπλέον, στον χώρο εντοπίζονται και άλλα, όπως ένα τραπέζι καθημερινό, αλλά και χειρουργικό, ένα μικρόφωνο, στο οποίο ο Παπαϊωάννου παράγει φωνές και επιφωνήματα έκρηξης και καταστροφής, ήχους που παραπέμπουν σε πόλεμο, σύγκρουση, συντριβή, ο κόσμος σε αυτό το σημείο ολοκληρώνεται δια της διαίρεσης, ένα ραδιόφωνο που αντικαθιστά μία την άγρια φύση και μία το ενθουσιασμένο κοινό που χειροκροτεί. Τέλος, με ένα λάστιχο γίνεται η εκκαθάριση του γυμνού Θεοφάνους από ότι πρόλαβε να εγγράψει το σώμα του, το βάπτισμα και η εξιλέωση από τις μανιέρες, η καθαρότητα.

Σιγά σιγά η σχέση «επιστήμονα»-δημιουργήματος παρεκκλίνει, ο δημιουργός χάνει έδαφος, τώρα καλείται να δώσει τα μέλη του στο ακρωτηριασμένο μετα-Εγώ του, το γυμνό σώμα, περπατάει μαζί του, προσκολλάται ως έρεισμα σε εκείνο, το Εγώ του γίνεται μέρος του Εγώ του άλλου, τώρα δεν διακρίνεται ποιος είναι ποιος, η διαίρεση και η όποια αλληλοσυμπλήρωση έλαβε τέλος.

Τώρα ο καθένας είναι αδιαίρετος από τον άλλο, αποτελούν ένα ολοκλήρωμα, μία ολότητα. Μιλώντας ως άτομο που δυστυχώς δεν είχε παρακολουθήσει έργο του Δ. Παπαϊωάννου στο παρελθόν, χρειάστηκα πολλές μέρες για να αποφασίσω να αποτυπώσω αυτά που είδα και μάλλον εκεί που εξαχρειώνεται ή υπερφιαλίζει ο λόγος, η σωματική έκφραση περνά ιστορικά επίπεδα που γεμίζουν αράδες βιβλίων με μία κίνηση.

Χαρά Φρουδαράκη

Σχόλια

X