Μπήκε και ο Ιούλιος. Ξεκλειδώνουν τα μάνταλα, αφήνουν ανοιχτά τα παραθύρια, μοσχοβολούν γιασεμιά και νυχτολούλουδα. Έχει μια αδιόρατη ελευθερία τούτος ο μήνας. Αποπνέει ελπίδα. Για το εφήμερο και το εύθραυστο ούτε λόγος. Αυτό έρχεται πάλι το χειμώνα. Η στιγμή που περνά και χάνεται και ίσα που την αγγίζεις.

Τον Κραουνάκη τον ακούγαμε με τη Μαριλένα. Δεν άρεσε σε πολλούς τότε. Είμασταν μικροί για να αντέξουμε την πληθωρική προσωπικότητα. Την εναλλαγή των συναισθημάτων που μας δημιουργούσαν τα τραγούδια του. Ερωτευόσουν, θύμωνες, αγαπούσες, αναζητούσες αγκαλιές και φιλιά οργισμένα και καθαγιασμένα συγχρόνως. Παλέτα ζωγράφου κι εδώ.

Στο Ηράκλειο είχε χρόνια να εμφανιστεί. Χθες το βράδυ βρεθήκαμε εκεί στο μεγάλο θέατρο δίπλα στη θάλασσα. Η αλμύρα έτρωγε σιγά σιγά, βασανιστικά το παρελθόν μας. Θυμήθηκα το μικρό κουζινάκι στην Άρη Βελουχιώτη 35. Ένα μικρό κασετόφωνο πάνω στο ψυγείο να πίνουμε καφέ και να ακούμε τη λιωμένη πια κασέτα. Δεν είχαμε καμιά ταύτιση με τους στίχους. Μιλούσε για ανθρώπους πιο μεγάλης ηλικίας μα ίσως οσφριζόμασταν τη συνέχεια στο χωροχρόνο.

Οι φίλοι μου τελειώσανε
σε μια στροφή τα δώσανε
και ψάχνουν φωτογράφο

Και θέλουν τ’ αγγελούδια μου
τα πιο σωστά τραγούδια μου
για πάρτη τους να γράφω…

Τα αδιέξοδα φάνταζαν μακρινά, ανύπαρκτα. Η μοναχικότητα της ζωής ένα αστείο σαν και την ίδια. Όμως, παρόλα αυτά, εμείς αγαπούσαμε Κραουνάκη. Η απάντηση ήρθε αρκετά χρόνια αργότερα.

Χθες το βράδυ ένιωσα πως εκείνος είναι μια γέφυρα. Με μια δεξιοτεχνική μαεστρία καταφέρνει να ενώσει το σήμερα με το χθες. Έχει στο τσεπάκι μια μηχανή του χρόνου. Σου ανοίγει την πόρτα, κάθεται στο τιμόνι και σε σουλατσάρει σε εκείνες τις ρομαντικές και παρεϊστικες εποχές. Μιλάει για τα πιο πολύπλοκα πράγματα με τον πιο απλό και συγχρόνως μοιραίο τρόπο. Γεμίζει τη σκηνή, ίπταται στη σκηνή και σε παίρνει μαζί του, σου δίνει το χέρι, σε σουλατσάρει, σε πετάει κάτω. Η γοητεία της παρέας, η στιγμή που η ψυχή σώζεται και αιωρείται ήρεμη, συγχωρεμένη, με πάθη που είναι επιτρεπτά για όλα τα γήινα και χωμάτινα πλάσματα.

Ένας αριστοφανικός και αμλετικός συγχρόνως καλλιτέχνης! Η φάρσα, η κωμωδία, η τραγικότητα του έρωτα, η ανάγκη για τη συνύπαρξη των ανθρώπων σε ένα «μαζί», «όλοι ένα», «φίλα με», «κράτα με», «άγγιξε με»!

Κορυφαία στιγμή της βραδιάς η ερμηνεία των τραγουδιών «το πάτωμα», «μαμά γερνάω», «κυκλοφορώ κι οπλοφορώ», «αυτή η νύχτα μένει». Δάκρυα και συγκίνηση και γέλιο και θυμός και ευφορία και ταξίδι και προσμονή και τέρμα και αφετηρία! Όλα εκεί πάνω στη σκηνή με τους καταπληκτικούς συνεργάτες και φίλους του!

Ανοίγουν τα φώτα. Μας αποχαιρετά. Ακουμπά τα χέρια στην καρδιά και υποκλίνεται. Η Μαριτίνα μου ψιθυρίζει: «Δεν ήθελα να τελειώσει. Γιατί να τελειώνουν οι ωραίες παραστάσεις;»

Για να δίνουμε, γλυκιά μου, πάλι την υπόσχεση πως θα τα ξαναπούμε! Για να προσμένουμε τα απρόσμενα και να χαίρεται η ψυχούλα μας με κάτι τέτοιες βραδιές, δίπλα στη θάλασσα με την αλμύρα να ροκανίζει ψυχές και όνειρα και ελπίδες!

Ευχαριστούμε, Σταμάτη!

Σχόλια

X