22 Οκτωβρίου 1964. Στη μικρή πόλη Σίμπενικ της Κροατίας γεννιέται ένα αγοράκι που έμελλε να αλλάξει το παγκόσμιο μπάσκετ, ή στη χειρότερη, το ευρωπαϊκό, παρόλο που ο ίδιος δεν έφτασε ούτε μέχρι την ηλικία των 30 ετών. Ο Ντράζεν Πέτροβιτς, ο «Μότσαρτ» της σπυριάρας, αν ζούσε σήμερα θα έκλεινε τα 51 του χρόνια.

Άρθρα γι΄ αυτόν έχουν γραφτεί χιλιάδες, το όνομα του είναι στο πάνθεον των Ευρωπαίων καλαθοσφαιριστών και η μνήμη του τιμάται ακόμα και σήμερα, ακόμα και στο NBA. Εκεί, όπου θα μπορούσε να γράψει ιστορία ως ο μεγαλύτερος Ευρωπαίος όλων των εποχών. Μια ιστορία όμως που πολλοί δεν ξέρουν, είναι πως έφτασε μέχρι εκεί, πως ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το άθλημα το οποίο λάτρεψε, άσχετα αν αρκετοί σε αυτό… λάτρευαν να τον μισούν.

Ο Ντράζεν σε πολύ μικρή ηλικία.

Ο Ντράζεν σε πολύ μικρή ηλικία.

Άργησε να μπει στα παρκέ, όπως άργησε και να φτάσει στο NBA, αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να ξεχωρίσει από την πρώτη στιγμή. Στα 13 του έγινε μέλος της ομάδας της πόλης του, KK ŠibenkaŠibenik, ξεκινώντας στα πρώτα του βήματα από το παιδικό, το οποίο όπως φάνηκε ήταν πολύ μικρό για να τον χωρέσει. Λογικό, αν αναλογιστεί κανείς πως είχε πίσω του ήδη χρόνια «προπονήσεων» δίπλα στον μεγάλο αδερφό του, Αλεξάνταρ, παίζοντας και κερδίζοντας πάντοτε μεγαλύτερα παιδιά. Με τον αδερφό του να πηγαίνει στην Cibona, ο Ντράζεν εγγράφηκε στην Šibenka.

Όπως λίγα χρόνια αργότερα έμαθε όλος ο κόσμος, δεν άντεχε την ήττα. Ο παιδικός του φίλος, Νέβεν Σπάχια θυμάται τις μέρες των ανοιχτών γηπέδων, που δεν μιλούσε σε κανέναν για ώρες όταν έχανε και τις μέρες του στην τοπική ομάδα, όπου μετά από τις ήττες «τιμωρούσε» τον εαυτό του με αμέτρητα σουτ. Αυτό το πείσμα του και η αγάπη γι΄ αυτό που έκανε, ώθησαν τον Ντράζεν, που ακόμα ήταν στα πρώτα χρόνια της εφηβείας του, να κάνει διπλές και τριπλές προπονήσεις καθημερινά. Μερικά (γύρω στα 500) σουτ πριν το σχολείο, προπόνηση με την ομάδα και ξανά μόνος του το βράδυ, αυτή ήταν η καθημερινότητα του που τον έφερε από τα 15 του κιόλας στην πρώτη ομάδα της Šibenka.

Κάνοντας «πλάκα» στον αδερφό του (με τη σκούρη φανέλα) και την Τσιμπόνα, την πρώτη φορά που βρέθηκαν αντιμέτωποι (σκόραρε πάνω από 30 πόντους).

Κάνοντας «πλάκα» στον αδερφό του (με τη σκούρη φανέλα) και την Τσιμπόνα, την πρώτη φορά που βρέθηκαν αντιμέτωποι (σκόραρε πάνω από 30 πόντους).

Όσο καιρό έμεινε στο παιδικό τμήμα, φόρτωνε τα καλάθια των αντιπάλων με 50 – 60 πόντους κι έτσι δεν άργησε να έρθει η κλήση από την πρώτη ομάδα και σχεδόν παράλληλα στις μικρές εθνικές της Γιουγκοσλαβίας. Ο προπονητής που τον εντόπισε και τον ανέβασε στο αντρικό τμήμα, Ζόραν Σλάβνιτς, παρόλο που έμεινε μόλις ένα χρόνο εκεί, δεν φοβόταν να παίξει με νεαρούς και επένδυσε πάνω στον Ντράζεν. Σε ό,τι αφορά την ομάδα του, όχι μόνο δεν τον ένοιαζε που συμπαίκτες και αντίπαλοί του ήταν 10-15 χρόνια μεγαλύτεροι, αλλά φρόντισε να τους δείξει και άμεσα ποιος θα ήταν το αφεντικό. Ο αδερφός του έλεγε πως ήταν «εργασιομανής, φανατικός, εθισμένος στο μπάσκετ […] όχι επειδή περνούσε 7-8 ώρες στο γήπεδο, αλλά επειδή δεν ξεκουράστηκε ούτε μια μέρα». Σε άλλη στιγμή, μίλησε για τις ηγετικές ικανότητες του αδελφού του, λέγοντας πως «Ηγέτης στην ηλικία των 17. Μάλλον δεν το είχε καταλάβει… Δεν γινόταν με το ζόρι (he did not force) ηγέτης, απλά του ερχόταν (ο ρόλος) εκ φύσεως».

Με τον αδελφό, για κάποιο καιρό συμπαίκτη και καλύτερο φίλο του, Αλεξάνταρ Πέτροβιτς.

Με τον αδελφό, για κάποιο καιρό συμπαίκτη και καλύτερο φίλο του, Αλεξάνταρ Πέτροβιτς.

Το πάθος του αυτό τον έφερε μόλις στα 17 του να είναι ο ηγέτης της Šibenka, οδηγώντας την ομάδα για δυο συνεχόμενες χρονιές μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Κόρατς (’82 και ’83) όπου λύγισαν και τις δυο φορές από την Λιμόζ. Τους οδήγησε και στο πρωτάθλημα την πρώτη χρονιά, όμως η Ομοσπονδία τους το στέρησε, επικαλούμενη αντικανονική διαιτησία στον τελικό. Τότε ο Ντράζεν έμαθε πως εκτός από τους παίκτες, μπάσκετ παίζει και η πολιτική, αφού στην ενωμένη ακόμα Γιουγκοσλαβία δεν ήταν ακριβώς επιτρεπτό να πάρει πρωτάθλημα μια κροατική ομάδα, πόσο μάλλον όταν ήταν σχετικά άγνωστη και είχε για ηγέτη ένα παιδί. Ένα παιδί που θα χάριζε στιγμές τεράστιας χαράς λίγο αργότερα σε όλους τους Γιουγκοσλάβους, τότε όμως δεν τους συνέφερε να… χαίρεται η μικρή πόλη Σίμπενικ.

Μεταξύ στρατού και Τσιμπόνα.

Μεταξύ στρατού και Τσιμπόνα.

Έχοντας φτάσει στα 20 του πλέον, ήξερε και ο ίδιος πως δεν γινόταν να μείνει άλλο εκεί, ήθελε τον κόσμο και, όσο κι αν ήθελε να το πιστεύει, δεν μπορούσε να τον κατακτήσει μένοντας στην πόλη του. Έτσι, μετά από έναν χρόνο στο στρατό, ήρθε η ώρα της Τσιμπόνα και άρχισε το όνειρο… Τα υπόλοιπα είναι ιστορία.

Λίγο πριν πάει στην Τσιμπόνα, με… τον κόσμο στα χέρια του.

Λίγο πριν πάει στην Τσιμπόνα, με… τον κόσμο στα χέρια του.

«Αν είναι αλήθεια πως η πρώτη αγάπη είναι αυτή που θυμόμαστε για πάντα, τότε το Σίμπενικ θα μείνει στην καρδιά μου για πάντα. Όλα ξεκίνησαν εδώ, και παρόλο που πάντα προσπαθούσα να σπρώχνω τα συναισθήματα μου στην άκρη, είναι αδύνατο να ξεχάσω εκείνες τις πρώτες μέρες. Να βλέπω τον Αλεξάνταρ να προπονείται, η δική μου πρώτη προπόνηση… όλες εκείνες τις ώρες που πέρασα μόνος στο γήπεδο. Απλά μια μπάλα, το καλάθι κι εγώ. Η Šibenka εξασφάλισε την καριέρα μου και μου έδειξε το δρόμο. Αυτή η ιστορία δεν έχει τέλος. Ελπίζω ότι το Σίμπενικ θα καταλάβει… για να πετύχω αυτά που θέλω στο μπάσκετ, θα πρέπει να προχωρήσω. Οφείλω να κλείσω έναν κύκλο πριν ανοίξω έναν άλλο».

Σχόλια

X