Άτιμα αντίο! Βαριά λέξη. Κουφάρια απόμειναν άνθρωποι κι άνθρωποι, ξεροσταλιάζοντας, υψώνοντας χέρια, κουνώντας μαντήλια! Γι’ αυτό προτιμούσα περισσότερο εκείνο το «γεια σου». Έμοιαζε με χαιρετισμό αφετηρίας. Όμορφη η αρχή! Να ξεκινάς το ταξίδι, να προχωράς, να μην τελειώνει! Να ‘χεις κουρσάρους, πειρατικά, μπαούλα με θησαυρούς, σεντούκια που φωλιάζανε τα ημερολόγια-σκέψεις των ανθρώπων!

Δεν είχα αποσκευές φέτος! Δε φόρτωσα την πραμάτεια μου στην ελπίδα. Είπα να αφήσω το ρέμα να με παρασύρει κι όπου πάει. Η ζωή θα ξέρει καλύτερα. Την εμπιστεύτηκα. Δε με πρόδωσε. Δεν έγινα φαροφύλακας να περιμένω καράβια να πέσουν πάνω μου. Έγινα πλοίο με ανοιχτά πανιά και ανοίχτηκα στο πέλαγος.

Το αλμυρίκι στην παραλία του Σκούρου! Ίσκιος την ώρα που διάβαζα τα ποιήματα του Σταυρόπουλο «ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια»:

«ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ. Θα έχω κρεμάσει την Αμοργό στο μπαλκόνι μου. Να τελειώσει. Θα κρατάω μια σκουριασμένη βροχή. Έναν οδηγό τσέπης. Θα χουν φύγει όλες οι παρενθέσεις. Οι γύρω τελείες. Τα άρρωστα κόμματα.

Να πλύνεις καλά τα χέρια σου απ’ το αίμα. Στο νεροχύτη. Όταν πω πορτοκάλι, να βγεις.»

Το Νίκο, το Σπύρο, τη Σία, την Αναστασία στην Κέρκυρα κι εκείνη την κληματαριά στην Περίθεια, που την περπατούσες ξυπόλητη γιατί οι σαγιονάρες χάλασαν, μα δε σε πείραζε που αγκάθια μάτωναν τα πόδια σου γιατί η ζωή ξέρει και δείχνει πάντα το δρόμο!

Τον Κωστή στον Άγιο Υάκινθο, στα Ανώγεια, στη Δόξα πίνοντας μπύρα, τραβώντας φωτογραφίες, κάνοντας σχέδια για τη μεγάλη μας αγάπη. Τη θεία Μαριάνθη που μας είπε ιστορίες απέναντι από το σπίτι του Ξυλούρη, πλέκοντας κεφαλομάντηλα μαύρα και λευκά. Στα άκρα τα χρώματα σαν τη ζωή μας!

Τον άγνωστο-γνωστό στην αρχή του καλοκαιριού που με σεργιάνισε στην πόλη του και μοιραστήκαμε σκέψεις και μυστικά και σακιά. Γιατί η διαίρεση έχει μεγαλύτερη αξία από την αφαίρεση!

Την κληματαριά στο πατρικό μου που στάθηκα για λίγο με κλειστά μάτια και είδα τη γιαγιά και τον παππού να με φιλεύουν βερίκοκα και παραμύθια καθώς η θεία Λένα έλεγε τις ιστορίες της στο ραδιόφωνο.

Τον Αλέξανδρο και το «Μάθαμε να λέμε τα λόγια τα ακίνδυνα» κι εκείνο: «Αυτά που λύπη δεν θα δείξουν προς τους φίλους μας
μη τυχόν και ακουμπήσουμε στους ώμους άλλων τη συντριβή μας.» Βαρίδι στη σκέψη, στην καρδιά, στο μυαλό!

Το Σπύρο με το «Η Μεγάλη Χίμαιρα» και εκείνο: «Το καράβι βούλιαξε, η αγάπη ξεθωριάζει, ο έρωτας παλεύει να μη χάσει τη μάχη με τη χυδαιότητα της εποχής, ο θάνατος μας γνέφει…» Οι αλήθειες μας κατάματα. Ποιος αντέχει;

Το Δημήτρη που μου έκανε το μεγαλύτερο δώρο χωρίς πολλές σκέψεις και αναλύσεις. «Πήγαινε», είπε. Και πήγα…

Μια παρέα φίλων που είχαν να συναντηθούν όλοι μαζί δέκα ολόκληρα χρόνια μα ακούμπησαν πάλι ο ένας στην ψυχή του άλλου σα να μην πέρασε ούτε μια μέρα!

Όχι αντίο! Μόνο ευχαριστώ! Μόνο γειά σε όλους και όλα! Η Κλειώ αφιερώνει σε όλους ετούτο το ποίημα του Αναγνωστάκη που αγαπά:

«Ὅταν μιὰν ἄνοιξη χαμογελάσει
θὰ ντυθεῖς μία καινούργια φορεσιὰ
καὶ θὰ ῾ρθεῖς νὰ σφίξεις τὰ χέρια μου
παλιέ μου φίλε

Κι ἴσως κανεὶς δὲ σὲ προσμένει νὰ γυρίσεις
μὰ ἐγὼ νιώθω τοὺς χτύπους τῆς καρδιᾶς σου
κι ἕνα ἄνθος φυτρωμένο στὴν ὥριμη,
πικραμένη σου μνήμη

Κάποιο τρένο, τὴ νύχτα, σφυρίζοντας,
ἢ ἕνα πλοῖο, μακρινὸ κι ἀπροσδόκητο
θὰ σὲ φέρει μαζὶ μὲ  τὴ νιότη μας
καὶ τὰ ὄνειρά μας

Κι ἴσως τίποτα, ἀλήθεια, δὲν ξέχασες
μὰ ὁ γυρισμὸς πάντα ἀξίζει περσότερο
ἀπὸ κάθε μου ἀγάπη κι ἀγάπη σου
παλιέ μου φίλε»

Να επιστρέφουμε! Ραντεβού στις επιστροφές μας! Στην υγειά των αφίξεων! Χωρίς αντίο. Μόνο με ευχαριστώ!

Καλή αντάμωση!

Σχόλια

X