Πρέπει να ήμουν 7 χρονών εκείνη τη χρονιά που ξεμείναμε στην Αθήνα Δεκαπενταύγουστο. Η μάνα μου, που με είχε ταμμένο στην Μεγαλόχαρη της Τήνου λόγω του ότι γεννήθηκα Δεκαπενταύγουστο με έτρεχε κάθε χρονιά εκεί.

Εκείνη τη χρονιά όμως όχι. Δούλευε μέχρι το μεσημέρι της 14ης και δε μπορούσε να πάρει άδεια, ενώ ο πατέρας μου έλειπε σε ταξίδι στο εξωτερικό και έτσι μείναμε στην Αθήνα, εγώ κι αυτή. Εκείνα τα χρόνια το Δεκαπενταύγουστο η Αθήνα άδειαζε και πάλι όπως σήμερα, όμως εγώ δε μπορούσα να καταλάβω τη μοναξιά και την εγκατάλειψη της πόλης που βιώνει κανείς στις μέρες μας. Θυμάμαι μόνο εκείνο το απόγευμα που με πήρε και πήγαμε στο σούπερ μάρκετ.

Τότε τα σούπερ μάρκετ ήταν σχετικά καινούργιο πράγμα και ο κόσμος, ελεύθερος για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες εμφύλιας και μετεμφυλιακής διαμάχης και χούντας, μπορούσε πλέον ανέμελος να πάει να βγάλει το άχτι του στα ψώνια, την καινούργια δραστηριότητα που πρόσφερε η κοινωνική ειρήνη. Τα σούπερ μάρκετ ήταν για τα παιδάκια σαν και μένα μια μεγάλη παιδική χαρά, όπου μπορούσαμε να περιεργαστούμε τα πάντα, από τρόφιμα συσκευασμένα, (και πάλι καινούργιο πράγμα γιατί τότε ο καπιταλισμός έκανε το καινούργιο βήμα προς την πλήρη εκβιομηχάνιση όπου όλα γίνονταν σιγά σιγά μεγάλα πακέτα, στρογγυλά, τετράγωνα, εξάγωνα, όρθια ή ξαπλωτά, χοντρά ή λεπτά), μέχρι είδη μπάνιου. Και όλα αυτά σε προσιτές τιμές για το βαλάντιο ενός ταπεινού δημοσίου υπαλλήλου.

Περάσαμε δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα εκεί μέσα. Θυμάμαι ότι είχαμε πάρει ένα τεράστιο καρότσι που το είχαμε γεμίσει μέχρι πάνω και στην κορυφή είχαμε βάλει μια κουλούρα, όπως έλεγα τότε τα παιδικά σωσίβια. Θυμάμαι ακόμα και την τελική τιμή: 980 δραχμές, ούτε καν χιλιάρικο, ενώ είχαμε σηκώσει όλο το μαγαζί.

Η μαμά μου κι εγώ ζητήσαμε να μας βοηθήσουν να μεταφέρουμε τα ψώνια στο σπίτι, πράγμα που το κατάστημα με χαρά έκανε. Μας έστειλε έναν υπάλληλο για να μεταφέρει την πραμάτεια, δυο μόνο δρόμους παρακάτω όπου μέναμε, αλλά που για μένα τότε ήταν ένας άλλος κόσμος, μακριά από το περιορισμένο μου περιβάλλον. Όλη εκτός από την κουλούρα μου, που την πήρα στα χέρια μου τη φόρεσα μια, τη φόρεσα δυο φορές και αποφάσισα ότι δε θα την παρέδιδα πουθενά, ήταν δική μου και μόνο. Λαμπερή και πολύχρωμη την πήρα στα χέρια μου και την κοίταζα περήφανος που στραφτάλιζε στο βραδινό φως από τις λάμπες, μια και είχε πια νυχτώσει όταν βγήκαμε στο δρόμο. Ήμασταν οι τελευταίοι πελάτες.

Δεν ξέρω πώς πέρασε το πρωινό της επόμενης μέρας των γενεθλίων μου, το μεσημέρι όμως πέσαμε και οι δύο για ύπνο. Ξυπνήσαμε κάποια ώρα μετά, ούτε που θυμάμαι πόση, είχε όμως ακόμα φως. Η μαμά μου, όλος μου ο κόσμος τότε, δεν αισθανόταν καλά. Άρχισε να φωνάζει ότι σβήνει, χάνεται. Πετάγεται από το κρεβάτι τρεκλίζοντας και πηγαίνει να χτυπήσει στη γειτόνισσα, που ήταν στο σπίτι. Ανοίγει η πόρτα και σωριάζεται σε μια καρέκλα ημιλυπόθυμη. Πανικός, δεν ήξερα τι να κάνω. Μαζεύτηκε κόσμος, η πολυκατοικία μια μεγάλη οικογένεια νέων ανθρώπων με παιδιά που τα διωχναν από το δωμάτιο για να μη βλέπουν. Εγώ όμως μπορούσα να δω μια κυρία του ισογείου, κουτσομπόλα και τσαούσα, που ήξερε τα πάντα για όλους και για όλα, να δίνει χαστούκια στη μαμά μου προσπαθώντας να τη συνεφέρει καθώς εκείνη συνεχώς λιποθυμούσε. Μπορεί και τα χαστούκια να ήταν λίγο παραπάνω δυνατά από όσο ταίριαζε στη περίσταση, γιατί αυτή η κυρία ήτανε και ζηλιάρα και εκδικητικιά και, όπως έλεγε η μαμά μου μετά (ή μήπως πριν;) από το περιστατικό τη ζήλευε γιατί αυτή είχε μεγάλα μάτια, ενώ τα δικά της ήταν σαν κουμπότρυπες παιδικού πουκαμίσου.

Καταλήξαμε στο νοσοκομείο. Η διάγνωση ήταν πτώση της πίεσης από υπερκόπωση και άγχος. Κάτι της κάνανε, δεν ξέρω τι, αλλά μου παραδώσανε τη μαμά μου καινούργια σαν μηχανή μετά από σέρβις. Η δική της πάντως η διάγνωση ήταν ότι όλο αυτό το έκανε η Παναγία, που ήταν θυμωμένη γιατί για πρώτη φορά δεν πήγαμε στη Χάρη της το Δεκαπενταύγουστο. Και στη δική μου παιδική ψυχή εκείνος ο Αύγουστος ήταν ό,τι πιο σκοτεινό είχα ζήσει μέχρι τότε.

Συνεχίσαμε να πηγαίνουμε όλα τα παιδικά μου χρόνια κάθε 15 Αυγούστου στην Τήνο, μέχρι που έγινα 17 χρονών και από τότε δεν ξαναπάτησα στο νησί. Είδα κάθε εξέλιξη να συμβαίνει, να ανεβαίνουν κάποιες κυρίες με τα γόνατα από το λιμάνι μέχρι τη μονή, να έχουν μαζευτεί τσιγγάνοι μέσα σε ένα βαν στο προαύλιο της μονής και να βράζουν μοσχάρι για το μεσημεριανό και να βρωμοκοπάει ο τόπος φαγητίλα, να φωνάζει ο κόσμος κάθε χρόνο ότι η Παναγία βγήκε τη μία στο καμπαναριό και την άλλη στο λιμάνι. Έφαγα τυρί γίδινο και ήπια γάλα ζεστό μόλις αρμεγμένο από την κατσίκα, ενώ μια φορά στο λιμάνι είδα ένα τεράστιο χταπόδι να το χτυπάνε κάτω και παραδίπλα μια μεγάλη μέδουσα αλιευμένη από ψαράδες, αφημένη να ψοφήσει μαραμένη από τον ήλιο και την αλμύρα. Και μια φορά στα 16 μου κάναμε την υπέρβαση και περάσαμε για μια νύχτα στη Μύκονο. Εκεί είδα για πρώτη φορά δύο πανέμορφα αγόρια να κρατιούνται από το χέρι. Ήξερα ποιος ήταν ο προορισμός μου τα επόμενα χρόνια.

Σχόλια

X