«Ε ρε και να με κάνατε πρωθυπουργό για μια μέρα…». Κλασική ατάκα καφενείου τέλη ’70 αρχές ’80. Τα προβλήματα του κράτους και της κοινωνίας περνούσαν πάντα στη, μεταπολιτευτική τουλάχιστον, Ελλάδα από μια ηθική διάσταση ποτισμένη από το, αξιωματικού χαρακτήρα, «δίκαιο της αριστεράς», σε συνδυασμό με μια αλλήθωρη ξελιγωμένη φιλοευρωπαϊκή ματιά.

Η ιδεολογία και η ηθική δάνειζαν επί δεκαετίες η μία στην άλλη τα θολά και ασύμμετρα σύνορά τους. Αυτό είχε ως γνωστόν καταστροφικές συνέπειες για τη συγκρότηση αυτή καθεαυτή μιας συντεταγμένης δημοσιονομικά και πολιτικά κοινωνίας.  Και μετά ανακαλύφθηκαν οι τεχνοκράτες. Αυτοί ήρθαν μαζί με μια μασημένη γκρίνια ότι «τέλειωσαν οι ιδεολογίες και οι μεγάλοι πολιτικοί άντρες και οι ηγέτες κλπ».

Το ελληνικό κράτος, από τον Μαυροκορδάτο ως σήμερα, μοιάζει περισσότερο με κάτι διαδικτυακά παιχνίδια προσομοίωσης που στόχος είναι να φτιάξεις και να διοικήσεις μια πόλη, να δημιουργήσεις την ιστορία της και τους θεσμού της.  Μοιάζει περισσότερο με αυτό παρά με ένα αληθινό κράτος.  Όσοι κάνουν τους έκπληκτους με ό,τι ζούμε σήμερα, ας θυμηθούν για ποιο λόγο η πλατεία Κλαυθμώνος πήρε αυτό το όνομα.

Το ανισσόροπο αυτό σύστημα έχει ενσωματωμένο μέσα του, όπως όλα τα καλά συστήματα, και τον τρόπο αποσυμφόρησης.  Δίπλα στην κλασική ατάκα του καφενείου και απέναντι απ΄αυτήν αντιπαραβάλλεται η άλλη…  «τι περιμένεις… εδώ είναι Ελλάδα… τετρακόσα χρόνια τουρκιά…».  Η κλασική ατάκα του καφενείου, όπως τουλάχιστον θέλω να την παρουσιάσω εδώ (και όπως θέλω να τη θυμάμαι) έχει αυτό το «κάνατε», που αναγνωρίζει και προϋποθέτει τουλάχιστον τη διασφάλιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, έστω και από το στόμα κάποιου που το πιθανότερο είναι να θέλει να την καταλύσει.  Όχι από ιδεολογία… Αλλά τουλάχιστον για να ελευθερωθεί από τις τόσες επιλογές της, και να συνεχίσει σκυφτός τη ζωή του…

Το πρωινό της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 η βουλευτής του ΚΚΕ ήταν καλεσμένη σε μια εκπομπή. Παρουσιαστές ήταν ένας σαχλός και ένας σοβαροφανής.  Εξέφρασε την ανησυχία της ότι, παρόλο που δεν πιστεύει σε θεωρίες συνομωσίας, της φαίνεται περίεργο που σε κάθε μείζον θέμα που προβάλλεται (εκείνη την περίοδο ήταν το ασφαλιστικό) παράλληλα προωθείται και ένα άλλο θέμα που κλέβει τη ματιά της επικαιρότητας. Από το ίδιο βράδυ, ως γνωστόν όλα άλλαξαν.  Η Αθήνα δεν άλλαξε.  Έδειξε το αληθινό της πρόσωπο. Αυτό που έγινε τις μέρες που ακολούθησαν δεν ήταν η αρχή όσων ακολούθησαν αλλά το τέλος όσων είχαν προηγηθεί.  Με λίγα λόγια αποκτήσαμε τη δική μας 9/11 (θεωρώ χυδαίο τον όποιο συμψηφισμό αφορά ανθρώπινες ζωές, ως εκ τούτου αναφέρομαι μόνο στις συνέπειες που είχε το γεγονός).

Η αριστερά δεν έδωσε κανένα ιδεολογικό άλλοθι σε αυτό που συνέβαινε παρά προσπαθούσε σαν μακρινός θείος που επισκέπτεται μια φορά το χρόνο τα άτακτα ανήψια του, να δώσει μια ψυχολογική και όχι πολιτική ερμηνεία σε ό,τι συνέβαινε και να τραβήξει χαδιάρικα το αυτί.  Το κέντρο της πόλης μαράζωσε και άρχισαν να πέφτουν οι κατηγορίες από τη μία μεριά στην άλλη «λιμάροντας» κάθε ιδεολογική αιχμή και διαφορά και ανάγοντας όλα τα επιχειρήματα στο «ο κόσμος ξέρει ποιοι είσαστε και τι έχετε κάνει».

Η ιδεολογία και η ηθική έδωσαν τη θέση τους στην τεχνοκρατία και τον ψυχρό υπολογισμό. Αυτό οδήγησε σε χρηματιστήρια, σάμινες και ολοκαυτώματα.  Ο αστυνόμος Θεοχάρης ήταν πια πολύ χάρτινος για να αντιμετωπίσει την πραγματική ζωή.  Επιβίωσε όμως σαν «ιδέα» και σαν ηθικό άλλοθι στην αυτοδικία και με λίγα λόγια οδηγηθήκαμε στο γάντι του μποξ του διαφημιστή προέδρου. Διότι ο πρόεδρος του πρώην ακροδεξιού κόμματος δεν ήταν ούτε ακροδεξιός, ούτε λαϊκιστής, ούτε διαπλεκόμενος ούτε κωλοτούμπας.

Ήταν δύο πράγματα:  διαφημιστής και, φυσικά, πρόεδρος… Αυτός λοιπόν πήρε, όπως ομολόγησε πρόσφατα και ο ίδιος, έναν πολιτευτή με σκοτεινό παρελθόν,  και από κει που δεν του μιλούσανε στα πάνελ οι άλλοι πολιτευτές, τον έκανε υπουργό… Του πήρε από το χέρι το τσεκούρι και του έδωσε ένα πιο δυνατό όπλο. Την αποδοχή του ΠΑΣΟΚ.  Διότι ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ έστρεφε τον κορμό του ολόκληρο προς τον βουλευτή του ΛΑΟΣ με (χωρίς) το τσεκούρι, αντιμετωπίζοντάς τον ως έναν έξυπνο πολιτικό με σύγχρονο λόγο, με σκοπό να τον κάνει να φανεί πιο συμπαθής από τον παρόντα πολιτευτή της Νέας Δημοκρατίας τον οποίον απαξίωνε απευθύνοντάς του το λόγο σε προφίλ τριών τετάρτων.

Υπαρκτά προβλήματα όπως οι μετανάστες, η ασφάλεια, το βιοτικό επίπεδο αντιμετωπίζονταν συγκαταβατικά ή ανεύθυνα από την παραδοσιακή μεταπολιτευτική μέθοδο έμπαιναν σε μια άμεση και κατανοητή διαλεκτική από τον διαφημιστή πρόεδρο και την κουστωδία του. Ό,τι οι πολλοί ένιωθαν και σκέφτονταν υπό την επικεφαλίδα «ε ρε και να με κάνατε πρωθυπουργό για μια μέρα…» εκφραζόταν τώρα από τύπους που έμοιαζαν με τους άλλους πολιτικούς αλλά έλεγαν τα πράγματα με τ’ όνομά τους.

Ένα σλόγκαν που γέννησε η θλιβερή και ανυπόστατη ευμάρεια της δεκαετίας του ΄90 είναι «ό,τι αξίζει να το κάνεις αξίζει και να το παρακάνεις». Αυτό δεν το είχε αξιολογήσει σωστά ο διαφημιστής πρόεδρος. Αυτό και σε συνδυασμό με άγνοια κλασικών μοτίβων προδοσίας και μοιραίων εξελίξεων, έμεινε (μια που πιάσαμε τις κλασικές ατάκες) με το πουλί στο χέρι.  Ο ανόητος-επιτυχημένος διαφημιστής πρόεδρος, έφυγε από τη μέση σαν κάλυκας μετά την εκπυρσοκρότηση και η σφαίρα βρήκε το λουκέτο που έδενε την αλυσίδα της πόρτας που πίσω της έκρυβε μια γέρικη ψωριασμένη αρκούδα με τα αρχικά Χ.Α.

Η παλιά ηθική έφυγε από τη μέση με τον πιο απλό τρόπο. Μετατράπηκε σε αισθητική όταν φράσεις από ποιήματα μεγάλων ελλήνων ποιητών μπήκαν σε στάσεις του μετρό και των λεωφορείων. Η αλαζονική αυτοκατάφαση βρήκε το άλλοθί της στην εφιαλτική διαστρέβλωση του «είμαστε από καλή γενιά» του Ελύτη και στο «αχ Ελλάδα σ΄αγαπώ» του Ρασούλη. Μια νέα ηθική του δικαίου και του «φτάνει πια»  μπήκε στη σύγχρονη πολιτική.

Οι τεχνοκράτες βρήκαν τη θέση τους μέσα στις ρωγμές του συστήματος και δρουν ανενόχλητοι. Τι γίνεται με την ιδεολογία;

Ζάφοντ

Σχόλια

X