Αρχές 1998. Έχω ακούσει τον Nick Drake μόλις μία φορά στο ραδιόφωνο (σε εκπομπή του Θανάση Μήνα) και δεν έχω καταφέρει να σχηματίσω ακόμα γνώμη. Ωστόσο, πέφτει εκείνη τη χρονιά στα χέρια μου ένα τεύχος του Q, με γκάλοπ για τα 100 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών, και, παρόλο που η λίστα είναι μάλλον αναξιόπιστη (για να μην πω αναξιοπρεπής, αφού περιλαμβάνει άλμπουμ από τους Τexas και τους Cast – εντάξει, είπαμε, καλοί και άγιοι, αλλά όχι και για τα 100 καλύτερα όλων των εποχών), περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα άλμπουμ από τον Nick Drake, τοBryter Layter.

Την επόμενη φορά που το πετυχαίνω στο Μετρόπολις το αγοράζω, προς 2800 δραχμές (η ετικέτα βρίσκεται ακόμα κολλημένη πάνω στο cd). Επιστρέφοντας σπίτι, το βάζω να παίζει. Τo εναρκτήριο κομμάτι μου είναι αδιάφορο. Προχωράμε στο δεύτερο. Μη έχοντας κλείσει ακόμα τα 18, είμαι απόλυτος στα μουσικά μου γούστα, κι αν κάτι δεν είναι χιπ ή δεν μου αρέσει με την πρώτη, δεν ασχολούμαι περαιτέρω μαζί του.

nick-drake-01

Κι όμως, όταν αυτό το δεύτερο κομμάτι (το ΗazeyJane II) τελειώσει, παρόλο που δεν μου έχει αρέσει, αποφασίζω να το ξανακούσω πριν προχωρήσω στο επόμενο, ορμώμενος από μια παράξενη, πρωτόγνωρη επιθυμία, την επιθυμία να καταλάβω γιατί δεν μου άρεσε. Η δεύτερη φορά είναι κοσμογονική. Αμέσως λατρεύω το κομμάτι, για το ρυθμό του, τα πνευστά του, την ηλεκτρική κιθάρα του Ρίτσαρντ Τόμσον (που δεν ξέρω ακόμα ποιος είναι) και αυτούς τους παράξενους στίχους (ειδικά την αρχική στροφή: What will happen in the morning when the world it gets so crowded that you can’t look out your window in the morning – και την κατακλείδα: If songs were lines in a conversation, the situation would be fine) Για τις επόμενες ώρες δεν ακούω τίποτα άλλο από αυτό το ένα τραγούδι.

Τις επόμενες μέρες προχωράω και στο υπόλοιπο CD, που είναι, ωστόσο, διαφορετικό. Εκεί ανακαλύπτω έναν άλλο κόσμο, έναν κόσμο αιθέριας μελαγχολίας, μιας γαλήνης τόσο απόλυτης, που σε αφοπλίζει. Ο δίσκος είναι τόσο ωραία παιγμένος, τόσο ωραία ενορχηστρωμένος (από τον συμφοιτητή του Drake, Robert Kirby), που δεν μοιάζει με τίποτα που είχα ακούσει ως τότε και που να έχω ακούσει μέχρι και σήμερα, παρά τις ορδές των τραγουδιστών που λένε πως έχουν επηρεαστεί από τον Drake.

Το Bryter Layter είναι από τους δίσκους που σου πλουτίζουν τον κόσμο, που σου προσφέρουν ένα καταφύγιο που ούτε τα καλύτερα βιβλία δεν μπορούν να σου προσφέρουν, και για αυτό θα είμαι πάντα ευγνώμων στον Nick Drake, που πέθανε, από υπερβολική δόση αντικαταθλιπτικών, σαν χτες, πριν από 42 χρόνια.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε, με το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης, για πρώτη φορά εδώ.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X