Πρόκειται για μία ταινία ντοκουμέντο που φανερώνει το πραγματικό πρόσωπο της Χρυσής Αυγής. Η δημοσιογράφος και δημιουργός του ντοκυμανταίρ «Χρυσή Αυγή: Προσωπική υπόθεση», Angelique Kourounis, διεισδύει στα άδυτα της οργάνωσης – του κόμματος, προβάλλοντας όλους τους λόγους για τους οποίους η ύπαρξη της Χρυσής Αυγής είναι υπόθεση προσωπική, υπόθεση όλων. Αποκαλύπτει την οργάνωση, το συντονισμό και τη λειτουργία του κόμματος, το σκεπτικό και την τακτική του νεοναζιστικού μορφώματος. Η επιτόπια έρευνα κι η συμμετοχική παρατήρηση της δημοσιογράφου, σε συνδυασμό με την κάμερα που πάντα γράφει και το μικρόφωνο που πάντα είναι ανοιχτό, δίνουν την αλήθεια ως έχει.

Συνέντευξη της Angelique Kourounis στο 3pointmagazine

Πώς και γιατί αποφασίσατε να κάνετε αυτό το ντοκιμαντέρ; Ποιος είναι ο σκοπός αυτής της προσπάθειας;

“Ως δημοσιογράφος και ανταποκρίτρια στην Ελλάδα για ξενόφωνα μέσα του Βελγίου, της Γαλλίας, του Καναδά, της Ελβετίας κάλυψα την άνοδο και την είσοδο της Χρυσής Αυγής στο Κοινοβούλιο. Αυτή δεν ήταν η πρώτη μου ταινία για τη Χρυσή Αυγή. Η πρώτη ήταν για την Ελβετική τηλεόραση και είχε θέμα τη σχέση Χρυσής Αυγής κι Εκκλησίας. Η δεύτερη ήταν για το ARTE με θέμα τις εκλογικές υποσχέσεις της Χρυσής Αυγής με άξονα την προεκλογική τους εκστρατεία το 2014. Σε αυτήν την ταινία τα γυρίσματα άρχισαν το 2009 και μάζεψα 18 TB υλικό, αλλά δεν ήμουν ικανοποιημένη. Ήθελα να φτάσω σε βάθος, καθώς οι δύο πρώτες δουλειές ήταν ρεπορτάζ, η πρώτη 8′ – 10′ και η δεύτερη 28′ – 30′. Ήθελα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ.

Eίναι απίστευτο για μία χώρα που έχει υποφέρει τόσο πολύ από το ναζισμό, από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την κατοχή, με τέτοιο ιστορικό και ενώ λέγεται ότι αποτελεί το λίκνο της δημοκρατίας, να εκλέγει δύο και τρεις φορές ένα ναζιστικό κόμμα και να το στέλνει στη Βουλή. Ένα κόμμα που ποτέ δεν έκρυψε τις πεποιθήσεις του, τα πιστεύω του, αλλά και πως πιστεύει ότι μπορεί να φτάσει στα πιστεύω του. Ένα κόμμα που από τότε που υπάρχει έχει θύματα. Είτε θύματα που επέζησαν είτε θύματα που δεν επέζησαν. Έπειτα, αναρωτιέμαι πως μία δημοκρατική χώρα ανέχεται ρατσιστικά, αντισημιτικά, σεξιστικά πρωτοσέλιδα εφημερίδων όπως ο ΣΤΟΧΟΣ ή η ΕΜΠΡΟΣ. Όταν, μάλιστα, πήγα στους διευθυντές αυτών των εφημερίδων εκείνοι επικαλέστηκαν την ελευθερία του Τύπου. Εδώ νομίζω υπάρχει ένα πρόβλημα στο πως αντιλαμβάνεται ο καθένας τι είναι ελευθερία του Τύπου.

Σε κάθε περίπτωση, η άνοδος ενός νεοναζιστικού κόμματος αποτελεί κίνδυνο για τα δικαιώματα ατόμων Αριστερών πεποιθήσεων, για άτομα Εβραϊκής καταγωγής, για ομοφυλόφιλους, για αναρχικούς, για τους δημοκράτες, για κάθε λογής αντιφρoνούντες. Και ξέρω πολύ καλά πως αν ένα τέτοιο κόμμα έρθει στην εξουσία είτε αυτή είναι η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, είτε το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, είτε το Γιόμπικ στην Ουγγαρία ή το Pis στην Πολωνία, όσοι δε σκέφτονται όπως αυτοί θα βρεθούν σε κίνδυνο. Γι’ αυτό κι έκανα αυτήν την ταινία. Γιατί η ενημέρωση μπορεί να συμβάλλει στη μάχη ενάντια σε τέτοια πολιτικά κόμματα ή εγκληματικές οργανώσεις. Κι αν είχαν, βέβαια, ξεκάθαρα την ταμπέλα της εγκληματικής οργάνωσης δε θα έμπαιναν στη Βουλή.

H άνοδος ενός νεοναζιστικού κόμματος αποτελεί κίνδυνο για τα δικαιώματα ατόμων Αριστερών πεποιθήσεων, για άτομα Εβραϊκής καταγωγής, για ομοφυλόφιλους, για αναρχικούς, για τους δημοκράτες, για κάθε λογής αντιφρονούντες.

Πόσο καιρό καταγράψατε ως δημοσιογράφος που τους ακολουθεί; Πώς αποκτήσατε πρόσβαση και γιατί σας την επέτρεψαν;

Τα πρώτα γυρίσματα ξεκίνησαν το 2009 όταν ο Μιχαλολιάκος έγινε δημοτικός σύμβουλος. Όμως, εγώ ενδιαφέρομαι για τη Χρυσή Αυγή από το ξεκίνημα της από το 1980 από τότε που ήρθα στην Ελλάδα. Κι έμεινα άφωνη όταν ανακάλυψα ως αυτό υπήρχε φανερά, ούτε καν διακριτικά ή κρυφά. Ήταν δίπλα από το σπίτι μου, είχα πάει στα γραφεία τους και άκουσα τις απόψεις τους. Ως χρόνια ακτιβίστρια με τη Διεθνή Αμνηστία ενάντια σε θέματα φασισμού, αλλά και ως δημοσιογράφος η Χρυσή Αυγή δε μπορούσε παρά να είναι στο πεδίο του άμεσου ενδιαφέροντος μου. Ήθελα να καταλάβω. Εξ ου κι η ερώτηση που θέτω μέσα από την ταινία μου. Τι βρίσκεται στο μυαλό του νεοναζί της διπλανής πόρτας.

Από το 2009 λοιπόν τους ακολουθούσα σε κάθε δημόσια εκδήλωση, γι’ αυτό και μάζεψα 18TB αρχείο. Από ένα σημείο και μετά αυτοί με συνήθισαν. Μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, υπήρχε η βούληση από την πλευρά τους να δείξουν ένα καλύτερο πρόσωπο προς τα έξω. Εκεί στάθηκα τυχερή. Και λόγω του τάιμινγκ και λόγω της πεποίθησης τους ότι θα μπορούσαν να με ξεγελάσουν. Αυτό με βοήθησε. Γι’ αυτούς, μία γυναίκα είναι αυτόματα ηλίθια. Κι αν είναι και χοντρή, είναι διπλά ηλίθια. Έτσι, δεν προκαλούσα ούτε σεβασμό, ούτε προσοχή. Βασίστηκα στη βεβαιότητα τους ότι θα μπορούσαν να με ξεγελάσουν. Το άλλο ατού ήταν ο Thomas Iacobi, ο συμπαραγωγός μου. Ξανθός, γαλανομάτης και Γερμανός. Αυτό ήταν ένα δυνατό χαρτί. Ποτέ, όμως, ούτε εκείνος, ούτε εγώ δηλώσαμε οπαδοί τους. Ποτέ δεν είπαμε ψέμματα. Ποτέ δε χρησιμοποιήσαμε κρυφή κάμερα.

Είχαμε πάντοτε ανοιχτή κάμερα μπροστά τους και για αυτό φάγαμε και ξύλο και οι δύο. Ο Thomas σε μία εκδήλωση στο άγαλμα του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, εγώ σε εκδήλωση στο Μελιγαλά και διάφοροι cameramen μου σε διάφορες άλλες εκδηλώσεις. Ποτέ δεν κρυφτήκαμε όμως στα πέντε χρόνια που κάναμε αυτήν την ταινία. Πιστεύω πως αν ήμουν πιο εμφανίσημη δεν θα ήταν τόσο εύκολο για εμένα. Όταν περνάς απαρατήρητη λειτουργεί υπέρ σου. Κι αυτό μου έχει χρησιμεύσει και σε άλλες δουλειές στο παρελθόν. Μία κοντή και χοντρή γυναίκα δε θεωρείται επικίνδυνη, ούτε καν έξυπνη. Αυτό φαίνεται και στην ταινία όταν ο Χάρης (σ.σ. Μέξας, μέλος του πενταμελούς του Πυρήνα Νοτίων Προαστίων) ο οποίος ξέχασε κάποια στιγμή ότι έχει μικρόφωνο στο πέτο του, επειδή δεν ήταν η κάμερα μπροστά του, λέγοντας την έκανα μαλάκα (σ.σ. άθελά του ομολογεί τη μεθοδευμένη τακτική παραπλάνησης του κόσμου αναφορικά με το προφίλ της οργάνωσης). Εκείνη τη στιγμή εγώ δεν άκουγα τι έλεγε ο Χάρης για εμένα, το άκουσε, όμως, ο cameraman μου. Τέλος, είχα ζητήσει κι από την Ελβετική τηλεόραση κι από το ARTE να μην ανεβάσουν στο διαδίκτυο τις δύο προηγούμενες ταινίες μου για να μη δουν τι είχα κάνει σε περίπτωση που έψαχναν για μένα. Βέβαια, δεν έψαξαν. Η θέση μου, όμως, απέναντι τους σε αυτά τα πέντε χρόνια που τους ακολουθούσα ήταν ξεκάθαρη. Ότι, δηλαδή, επρόκειτο για ένα νεοναζιστικό, όχι ακροδεξιό, κόμμα.

Γι’ αυτούς, μία γυναίκα είναι αυτόματα ηλίθια. Κι αν είναι και χοντρή, είναι διπλά ηλίθια. Έτσι, δεν προκαλούσα ούτε σεβασμό, ούτε προσοχή. Βασίστηκα στη βεβαιότητα τους ότι θα μπορούσαν να με ξεγελάσουν. Το άλλο ατού ήταν ο Thomas Iacobi, ο συμπαραγωγός μου. Ξανθός, γαλανομάτης και Γερμανός. Αυτό ήταν ένα δυνατό χαρτί. Ποτέ, όμως, ούτε εκείνος, ούτε εγώ δηλώσαμε οπαδοί τους. Ποτέ δεν είπαμε ψέμματα. Ποτέ δε χρησιμοποιήσαμε κρυφή κάμερα.

Γιατί αποκτά απήχηση η Χρυσή Αυγή τα τελευταία πέντε χρόνια; Πώς εκμεταλλεύεται τις συνθήκες της κρίσης και πόσο βαθιά εν τέλει είναι η παρουσία της στην κοινωνία, στις γειτονιές;

Η κρίση είναι μία απάντηση, αλλά δεν είναι όλη η απάντηση. Τα περισσότερα γυρίσματα που έκανα ήταν σκόπιμα σε πλούσιες, όχι σε φτωχές γειτονιές. Υπάρχουν, βέβαια κι άτομα όπως η κ. Στέλλα (σ.σ. πρόσωπο στο ντοκιμαντέρ) που η κρίση τους έσπρωξε στην Χρυσή Αυγή κι όπως κι η ίδια λέει “δεν είναι θέμα ρατσισμού, είναι επειδή πεινάω κι η δημαρχία μου ζητάει πολλά χαρτιά ενώ η Χρυσή Αυγή μόνο την ταυτότητα μου”. Επιπλέον, η Χρυσή Αυγή εκμεταλλεύεται την απουσία του κράτους και της δίνεται η δυνατότητα να το παίξει νταής. Γιατί αν υπήρχε κράτος δε θα επιτρεπόταν αυτό το ρεζιλίκι στον Αγ. Παντελεήμονα όπου επί 1000 μέρες, πάνω από τρία χρόνια, δηλαδή, αφήσαν να είναι γραμμένο σε μία από τις μεγαλύτερες πλατείες της Αττικής το σύνθημα “Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες έξω οι ξένοι”. Αυτό ήταν γραμμένο κάτω στο πεζοδρόμιο και το ότι γράφτηκε από οπαδούς της Χρυσής Αυγής μπορώ να το καταλάβω, το ότι το άφησε η δημαρχία επί τρία χρόνια κι ενώ σ’ αυτό το διάστημα γίνονταν καθημερινά πογκρόμ εναντίον μεταναστών δε μπορώ να το καταλάβω, είναι απαράδεκτο. Η δημαρχία της Αθήνας, δηλαδή, συμφωνούσε με αυτό το σύνθημα; Επίσης, δε μπορώ να καταλάβω πως ο παπάς αυτής της εκκλησίας δεν κατέβηκε με μία βούρτσα να το καθαρίσει. Διότι αυτό το σύνθημα δεν είναι χριστιανικό σύνθημα. Ένα σύνθημα μίσους μπροστά σε μία εκκλησία, δεν είναι σύνθημα χριστιανικό, εκτός κι αν συμφωνούσε. Όμως, ξέρω ότι δε συμφωνούσε. Άρα φοβόταν κι αυτός, όπως όλοι μας. Ούτε εγώ πήγα να το βγάλω. Αλλά εγώ είμαι μία απλή πολίτης. Ούτε εκκλησία είμαι, ούτε δημαρχία, ούτε κυβέρνηση, ούτε κράτος.

Οι μόνοι που έδιναν μάχη σε αυτήν την πλατεία ήταν από αριστερές οργανώσεις, ήταν από την τότε νεολαία του Σύριζα και πιο πολύ απ’ όλους οι αναρχικοί. Η δημαρχία δεν έκανε τίποτα. Ακόμα και σήμερα δεν το έχει καθαρίσει πλήρως, υπάρχουν ακόμα κάποια ίχνη. Εδώ υπάρχει μία πολιτική ευθύνη, μία δημοτική ευθύνη, μία κοινωνική ευθύνη. Όταν ο οπαδός της Χρυσής Αυγής μπορεί και γράφει αυτά τα πράγματα σε μία πλατεία έξω από μία εκκλησία, σε ένα μέρος με τέτοια συμβολική σημασία, είναι πρόβλημα. Δεν είναι το ίδιο ένα σύνθημα γραμμένο στο δρόμο μεταξύ άλλων συνθημάτων με ένα και μοναδικό σύνθημα με τέτοια ρατσιστική σημασία στην πλατεία της εκκλησίας αυτής της γειτονιάς. Ήταν δε, ένα πολιτικό σύνθημα. Και γι’ αυτό πρέπει να λογοδοτήσει η δημαρχία.

Ο μόνος χώρος στον οποίο δεν έχουν αποκτήσει πρόσβαση όσο θα ήθελαν είναι αυτός των καλλιτεχνών. Ίσως λόγω της έλλειψης παιδείας τους. Ο χώρος των καλλιτεχνών, άλλωστε, είναι ένας χώρος που πρέπει να καταλάβεις για να διεισδύσεις.

Η Χρυσή Αυγή εκμεταλλεύτηκε τις συνθήκες της κρίσης στο έπακρο. Όλες οι κυβερνήσεις αυτά τα χρόνια δεν είχαν ούτε τη σωστή στάση, ούτε τη σωστή απάντηση στην κρίση. Έτσι, βγήκε ο Μιχαλολιάκος κι είπε: “Αυτά τα χέρια μπορεί καμία φορά να χαιρετάνε έτσι (σ.σ. ναζιστικός χαιρετισμός), αλλά είναι καθαρά χέρια, δεν είναι βρώμικα, δεν έχουν κλέψει” εκμεταλλευόμενος τη βαθιά σιχαμάρα μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου για το πολιτικό σύστημα. Υπάρχουν αυτοί που δεν πηγαίνουν να ψηφίσουν, η αποχή ήταν στο 43% στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ’15, υπάρχουν κι αυτοί που πηγαίνουν να ψηφίσουν τη Χρυσή Αυγή. Και στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις βλέπετε την άνοδο της Χρυσής Αυγής, αλλά και την άνοδο του ποσοστού της αποχής.

Πλέον, η Χρυσή Αυγή βρίσκεται σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Έχουν διεισδύσει στην αστυνομία, στην εκκλησία, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στα δικαστήρια. Έχουν κάνει συνδικάτα ταξιτζήδων, δικηγόρων, μικροπωλητών. Είναι παντού. Ο μόνος χώρος στον οποίο δεν έχουν αποκτήσει πρόσβαση όσο θα ήθελαν είναι αυτός των καλλιτεχνών. Ίσως λόγω της έλλειψης παιδείας τους. Ο χώρος των καλλιτεχνών, άλλωστε, είναι ένας χώρος που πρέπει να καταλάβεις για να διεισδύσεις.

Ποιος μπορεί να είναι ψηφοφόρος ή και μέλος της Χρυσής Αυγής;

Ο οποιοσδήποτε. Είδα φτωχούς, άνεργους, πλούσιους. Είδα δικηγόρους, γιατρούς, επιστήμονες, στρατιωτικούς, αστυνομικούς, ταξιτζήδες, παπάδες. Ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είναι μέλος ή ψηφοφόρος της Χρυσής Αυγής. Αυτοί, βέβαια, συνήθως έχουν μία ελλειπή παιδεία. Δε γνωρίζουν τι είναι ο ναζισμός, τι είναι ο φασισμός, το ιστορικό τους σε κάθε περίπτωση. Και γι’ αυτό φταίει πολύ η παιδεία. Δεν υπάρχει αρκετή ενημέρωση στο σχολείο για το τι αντιπροσωπεύει ο ναζισμός, ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, ο σεξισμός, ο δοσιλογισμός. Τι συνέβη στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα ήθελα την ταινία μου να τη δει και το κοινό, οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής γιατί δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι είναι ενήμεροι για το τι σημαίνει η επιλογή τους. Δεν είμαι σίγουρη ότι η κ. Στέλλα στην ταινία είναι απόλυτα ενήμερη για τη φύση της Χρυσής Αυγής.

Η δικηγορίνα που εμφανίζεται είναι, αν και θα ήθελα πολύ να μάθω εάν γνωρίζει τι έγινε στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για να καταλάβετε τι εννοώ, στη σκηνή όπου μιλάνε οι τέσσερις γυναίκες, σε μία πολύ σημαντική σεκάνς, υπάρχει μία στιγμή που δεν παίζει στην ταινία αλλά την έχω γράψει και η μία μου λέει ανοιχτά ότι νοσταλγεί την επταετία (1967 – 1973) της Χούντας όπου περπατούσαμε στο δρόμο και δεν υπήρχε πρόβλημα, δεν υπήρχε φόβος εφόσον υπήρχε αστυνομία. Η άλλη μου είπε ότι οι δικοί μας οι αρχηγοί είναι πολιτικοί κρατούμενοι (σ.σ. τότε ο Μιχαλολιάκος και οι άλλοι ψηλά της ιεραρχίας ήταν στη φυλακή), όχι αυτοί που επί Χούντας βρίσκονταν ξέγνοιαστοι στο Παρίσι. Όπως καταλαβαίνετε υπάρχει μία βαθιά άγνοια για την ιστορία. Μπορεί, όπως λέει ο Χάρης (σ.σ. Μέξας) να διαβάζουν ιστορία, αλλά τι διαβάζουν και πως το καταλαβαίνουν είναι ένα άλλο θέμα.

Πώς χειρίζεται επικοινωνιακά η Χρυσή Αυγή τη σύνδεσή της με το ναζισμό;

Δεν το χειρίζεται, τώρα το κρύβει. Υπάρχουν, όμως, εικόνες, που παίζουν και στην ταινία, με τον Παππά, τον Μιχαλολιάκο που χαιρετούν ναζιστικά. Μέσα στα γραφεία της Χρυσής Αυγής υπάρχουν πολλά ναζιστικά σύμβολα. Στα αρχεία του περιοδικού του κόμματος υπάρχουν γραπτοί ύμνοι στο ναζισμό. Έπειτα, στην εκπομπή του Θεοδωράκη (σ.σ. Πρωταγωνιστές) αμφισβητούν ανοιχτά το Ολοκαύτωμα. Υπάρχουν φωτογραφίες στο διαδίκτυο με μέλη της Χρυσής Αυγής που φωτογραφήθηκαν μπροστά στους φούρνους του Άουσβιτς και γελούσαν περιπαιχτικά. Τα στελέχη της Χρυσής Αυγής είναι ανοιχτά ναζιστές. Εγώ αυτό το είδα. Τώρα ο ψηφοφόρος που ψηφίζει από κούραση, αγανάκτηση ή άγνοια δε γνωρίζω εάν είναι ενήμερος. Και πάλι επιστρέφουμε στο πρόβλημα της παιδείας. Η Χρυσή Αυγή επικοινωνιακά προσπαθεί πολύ να κρύψει τη σύνδεσή της με το ναζισμό. Προσπαθεί να δείξει εθνικιστικό κόμμα. Γι’ αυτό και λένε συνέχεια: “Δεν είμαστε ρατσιστές, δεν είμαστε ναζιστές, είμαστε εθνικιστές”.

Ποιες είναι οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος στην άνοδο και την εξάπλωση της Χρυσής Αυγής;

Οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος είναι μεγάλες. Πάρτε για παράδειγμα και την υπόθεση με το Μπαλτάκο. Η Χρυσή Αυγή κατάφερε να διεισδύσει σε όλα τα στρώματα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής γιατί υπήρχε πάντα ένα πρόθυμο αυτί να τους ακούσει. Ο κ. Νικολακόπουλος (σ.σ. Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών ΕΚΠΑ) λέει και στην ταινία ότι ναι μεν 6-8 % ψηφίσε Χρυσή Αυγή, αλλά βάσει μίας δημοσκόπησης, όταν κάναμε την ταινία, ένα 20% έβλεπε με θετικό μάτι αυτά που οργάνωνε η Χρυσή Αυγή. Συσσίτια για τους Έλληνες, αιμοδοσία για τους Έλληνες, δουλειά πρώτα στους Έλληνες. Κι αυτό ίσως εξηγείται από τον υπερεθνικισμό που υπάρχει στο εκπαιδευτικό σύστημα κι εμφυτεύεται στα παιδιά από μία μικρή ηλικία κι έπειτα μεταφέρεται και στο λόγο των κομμάτων. Όταν κατέρρευσαν τα μεγάλα κόμματα, όσοι εμπνέονταν από αυτό το λόγο κάπου έπρεπε να πάνε.

Η ευθύνη του πολιτικού συστήματος είναι μεγάλη και σας παραπέμπω και σε όσα είπα για τον Αγ. Παντελεήμονα. Η πολιτεία δεν αντέδρασε στα πογκρόμ κατά των ξένων, δεν αντέδρασε στα γεγονότα του Αγ. Παντελεήμονα. Ούτε η αστυνομία έκανε τη δουλειά της. Και στην ταινία το αποδεικνύω αυτό, ότι δηλαδή δεν έκανε τη δουλειά της και μάλιστα εσκεμμένα. Ούτε το ΑΤ Αγ. Παντελεήμονα, ούτε το ΑΤ Εξαρχείων, ούτε το ΑΤ Ομονοίας, ούτε το ΑΤ Ακροπόλεως. Δε δέχονταν τις καταγγελίες των ατόμων που πήγαιναν να δηλώσουν ότι έπεσαν θύματα ξυλοδαρμών. Έχω δύο μαρτυρίες στην ταινία μου και πάρα πολλές στο αρχείο μου. Η αστυνομία θεωρεί ότι η ατιμωρησία της καλύπτεται από το Υπουργείο. Όταν ο Δένδιας είπε, μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ότι έβγαλε από το συρτάρι του 27 φακέλους με περιστατικά που βαραίνουν τη Χρυσή Αυγή για να αρχίσουν οι διώξεις, αυτό αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει η διάκριση των εξουσιών. Δε μπορεί ένας Υπουργός να πει σε ένα Δικαστή τι πρέπει να κάνει. Αυτοί οι φάκελοι έπρεπε εξ αρχής να βρίσκονται στα χέρια του Εισαγγελέα για να γίνουν οι διώξεις και να ξεκινήσει η έρευνα. Να γίνει η σωστή δικαστική δουλειά, η σωστή αστυνομική δουλειά, να βρουν το δίκιο τους όλοι όσοι υπήρξαν θύματα της Χρυσής Αυγής, να λειτουργήσει η δημοκρατία, το δίκαιο. Και η ερώτηση που θα έπρεπε να τεθεί στο Δένδια είναι γιατί κράτησε τόσα χρόνια αυτούς τους φακέλους στο συρτάρι;

Έπειτα η ερώτηση στους δικαστικούς, γιατί δεν έκαναν κι αυτοί τη δουλειά τους; Στους αστυνομικούς, γιατί δε δέχθηκαν τις καταγγελίες των θυμάτων, αντ’ αυτού τους έλεγαν πως αν κάνουν καταγγελία θα πάνε αυτόφωρο κι έτρωγαν και ξύλο από πάνω; Αυτή είναι η ευθύνη της πολιτείας και της τότε κυβέρνησης. Και το είπε και ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ε.Ε. Nils Muiznieks τον Ιανουάριο του 2013 όταν μίλησε για απαράδεκτη ατιμωρησία της αστυνομίας και απαράδεκτη βία έναντι των μεταναστών, για απαράδεκτη αργοπορία στην εκδίκαση των υποθέσεων σημειώνοντας επίσης ότι “η βία της Χρυσής Αυγής και της Αριστεράς δεν είναι ένα και το αυτό” καθότι το ένα είναι φασισμός και το άλλο άμυνα (σ.σ. Κατά την επίσκεψη του στην Αθήνα στα τέλη Ιανουαρίου του 2013 ο κ. Μούζνιεκς επεσήμανε ότι η βία της Χρυσής Αυγής είναι ένα διαφορετικό είδος βίας, πιο σοβαρής διότι αποτελεί μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία. Επίσης, κατά δήλωση του του έκανε εντύπωση το ότι στην Ελλάδα ο κόσμος ευτελίζει την έκταση της ρατσιστικής βίας).

Να γίνει η σωστή δικαστική δουλειά, η σωστή αστυνομική δουλειά, να βρουν το δίκιο τους όλοι όσοι υπήρξαν θύματα της Χρυσής Αυγής, να λειτουργήσει η δημοκρατία, το δίκαιο. Και η ερώτηση που θα έπρεπε να τεθεί στο Δένδια είναι γιατί κράτησε τόσα χρόνια αυτούς τους φακέλους στο συρτάρι;

Παρά τη δημοσιότητα που έχει λάβει η δράση της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης, πως εξηγείται το σταθερό ποσοστό προτίμησης στην πρόθεση ψήφου;

Είναι κάπως προβληματικό για το μέσο Έλληνα να πιστέψει αυτά που του λένε τα ΜΜΕ όταν από τη μία μέρα στην άλλη τα πρωινάδικα που τη Δευτέρα ρωτούν τον Κασιδιάρη ποια είναι η τελευταία ταινία που είδε ή αν χορεύει τάνγκο, την επομένη τον αποκαλούν Ναζί κι εγκληματία. Αν είσαι δημοσιογράφος οφείλεις να εστιάσεις στην ουσία. Μπορείς να το ρωτήσεις εάν χορεύει τάνγκο, μπορείς να το ρωτήσεις και την άποψη του για τα πογκρόμ κατά των μεταναστών, για την υπόθεση Κουσουρή, για την επίθεση στα μέλη του ΠΑΜΕ, για όσα κατηγορούνται. Το πως χειρίστηκαν τα ΜΜΕ τη Χρυσή Αυγή πριν και μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι πραγματικά η μέρα με τη νύχτα. Για πολλούς, λοιπόν, ήταν δύσκολο να πιστέψουν αυτή τη μεταστροφή των ΜΜΕ και κατ’ επέκταση αυτά που άκουγαν.Και θυμηθείτε ότι μετά τη δολοφονία του Φύσσα δεν υπήρχε εφημερίδα που να μην είχε μία έρευνα, ένα αφιέρωμα για το ναζιστικό μόρφωμα ή τις καταθέσεις της προηγούμενης ημέρας.

Από την άλλη πλευρά, το Μάιο του 2012 όταν οι Χρυσαυγίτες μπήκαν στη Βουλή έδινα ανταπόκριση στη Γαλλική τηλεόραση κι έλεγα ότι οι Έλληνες στέλνουν μήνυμα οργής στη Βουλή και θέλουν να δώσουν ένα μάθημα στον πολιτικό τους κόσμο και γι’ αυτό τους ψήφισαν. Είχα πει, ακόμη, ότι το μέλλον θα δείξει αν απλά είναι ένα μήνυμα οργής ή αν είναι μία πολιτική πεποίθηση. Πρέπει, σήμερα, να δεχθούμε με βαριά καρδιά ότι είναι μία πολιτική πεποίθηση. Τη μία φορά είναι οργή. Τρεις και τέσσερις φορές, όμως, είναι επιλογή, είναι πεποίθηση. Πρέπει, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε ότι ένα μέρος του ελληνικού λαού έχει Χρυσαυγίτικες προτιμήσεις και δέχεται τα πιστεύω τους, το ρατσισμό τους, όλα όσα πρεσβεύουν. Υπάρχει, ακόμη, κόσμος που πιστεύει στην αθωότητα τους. Παρ’ όλα αυτά, περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την έκαβαση και το αποτέλεσμα της Δίκης.

Τέλος, υπάρχει ένα μεγάλο εθνικιστικό στοιχείο στην ελληνική κοινωνία, που όπως σας είπα το μεταδίδει η παιδεία. Το ΠΑΣΟΚ από 44 – 45% σήμερα είναι στο 6%. Δεν πήγαν όλες οι ψήφοι στο ΣΥΡΙΖΑ. Έχει καταρρεύσει και η ΝΔ. Οπότε αυτό το στοιχείο κάπου ψάχνει να απορροφηθεί. Και αν σε αυτό συμπεριλάβουμε τα χρόνια της λιτότητας που δε φέρνουν αποτέλεσμα, αλλά φέρνουν εξευτελισμό και άρα οργή και αγανάκτηση, θα καταφέρουμε να εξηγήσουμε αυτήν την προτίμηση. Η Χρυσή Αυγή, όμως, δεν είναι η μόνη τέτοια περίπτωση σε όλη την Ευρώπη. Δείτε το Γιόμπικ στην Ουγγαρία, το Pis στην Πολωνία, τη Μέρκελ στη Γερμανία που χάνει δύναμη από τα δεξιά της κι όχι τα αριστερά της, δείτε την περίπτωση της Αυστρίας (σ.σ. επίκεινται οι επαναληπτικές εκλογές στις 4 Δεκεμβρίου), το Attack στη Βουλγαρία, το Ukip στην Αγγλία και βέβαια, το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν στη Γαλλία. Η Ελλάδα δεν είναι η εξαίρεση.

Πρέπει, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε ότι ένα μέρος του ελληνικού λαού έχει Χρυσαυγίτικες προτιμήσεις και δέχεται τα πιστεύω τους, το ρατσισμό τους, όλα όσα πρεσβεύουν.

Ποιος είναι ο στόχος της Χρυσής Αυγής και σε τι αποβλέπει εντός κι εκτός Κοινοβουλίου;

Η Χρυσή Αυγή αποβλέπει στην ανάληψη της εξουσίας με νόμιμο τρόπο. Όπως είπε ο Κασιδιάρης σε έναν πολιτικό του λόγο: “ Δε μπήκαμε στη Βουλή με τα τανκς, μπήκαμε με πολιτικό αγώνα”. Όπως ο στόχος του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία, του Γιόμπικ στην Ουγγαρία, του Pis στην Πολωνία και όλων των ακροδεξιών, κρυπτοναζιστικών κομμάτων ανά την Ευρώπη είναι να αναλάβουν την εξουσία με νόμιμα μέσα. Το τι θα κάνουν μετά, η ιστορία το έχει αποδείξει. Δεν είναι δυνατόν εν έτη 2016 να πιστεύουμε ότι με την ανάληψη της εξουσίας από ένα ναζιστικό κόμμα θα ωφεληθεί ο λαός. Θα ωφεληθούν όσοι είναι ιδίων αντιλήψεων. Και ποιοι θα πληγούν; Όλοι οι αντιφρωνούντες, όλοι οι αριστεροί, όλοι οι ομοφυλόφιλοι, όλες οι εθνικές μειονότητες. Το είδαμε στη ναζιστική Γερμανία του Χίτλερ, στη ναζιστική Γαλλία του Πεταίν,στη φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι, στην Ισπανία του Φράνκο, στην Ελλάδα του Μεταξά. Δεν είναι κάτι το καινούργιο. Ξέρουμε πολύ καλά περί τίνος πρόκειται. Ξέρουμε τι σκοπεύουν να κάνουν. Εμείς τι θα κάνουμε;

Κλείνοντας τη συνέντευξη η Angelique Kourounis δήλωσε τα παρακάτω:

Η ταινία αυτή είναι αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς και γι’ αυτό θέλω να ευχαριστήσω όσους εργάσθηκαν για την παραγωγή της. Ιδιαίτερα, όμως, θα ήθελα να ευχαριστήσω τα παιδιά από το Omnia TV που πιστέψανε σε αυτήν την ταινία, τον Αντώνη το Δημόπουλο που δούλεψε δύο χρόνια σαν το σκυλί κι αφιλοκερδώς και το Λουκά το Σταμέλλο που τρέχει ακόμη. Επίσης, θέλω να ευχαριστήσω και το Arte που μου επέτρεψε να χρησιμοποιήσω το αρχείο μου. Να ευχαριστήσω ακόμη το Θωμά τον Iacobi, τους cameramen, τα παιδιά που δουλέψανε τις μεταφράσεις στα αγγλικά, στα γερμανικά και στα γαλλικά και τέλος την οικογένεια μου. Έγινε μία απίστευτη ομαδική δουλειά.

Θέλω, όμως, να σας πω και κάτι ακόμα. Έχουμε κάνει προβολές της ταινίας σε πολλές πόλεις στη Γερμανία, στη Γαλλία και στην Αγγλία και συνεχίζουμε. Οι προβολές δε γίνονται μόνο σε συνιστώσες και πανεπιστημιακούς χώρους. Γίνονται κατά κόρον σε αίθουσες σινεμά. Οι αλυσίδες Utopia και Odyssee στη Γαλλία ενδιαφέρθηκαν για την ταινία και ανέλαβαν όχι μόνο την προβολή, αλλά και την προώθησή της. Παράλληλα, η ταινία θα παίξει τον προσεχή Μάρτιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκεί όπου υπάρχουν βουλευτές της Χρυσής Αυγής. Αντίθετα, στην Ελλάδα δε μπορώ να βρω μία αίθουσα σινεμά που να ενδιαφερθεί για την προβολή της ταινίας. Με την Ταινιοθήκη της Ελλάδος είμαστε σε επαφή από τον Ιούνιο και μέχρι σήμερα δεν έχουν βρει διαθέσιμη ημερομηνία για προβολή. Δε ξέρω εάν πρόκειται για πολιτική στάση ή φόβο. Παρ’ όλο, λοιπόν, που υπάρχουν πολλές συνιστώσες σε όλη την Ελλάδα που μας καλούν για προβολές κι ενδιαφέρονται να προωθήσουν την ταινία, αίθουσες σινεμά δεν έχουμε καταφέρει να βρούμε ούτε στα πλαίσια της ελληνικής Ταινιοθήκης ούτε στα πλαίσια επισήμων οργάνων του ελληνικού σινεμά και του ελληνικού ντοκιμαντέρ. Και αυτό κάτι σημαίνει…

Σχόλια

X