Κάνε την κρίση ευκαιρία, λένε. Κι αν για τους περισσότερους νέους η κρίση μόνο ευκαιρία δεν αποτέλεσε, βρέθηκαν άλλοι τρόποι ώστε νέοι άνθρωποι να βγουν στο φως και να δημιουργήσουν τον δικό τους μικρό κόσμο, έναν κόσμο που μπορεί να μην περιλαμβάνει δουλειές και ευκαιρίες, είναι όμως πλούσιος σε δημιουργία, φαντασία, τέχνη.

Όσο η τέχνη λυτρώνει και απελευθερώνει, τόσο άνθρωποι με ανήσυχο πνεύμα θα γίνονται δημιουργικοί και θα βρίσκουν εναλλακτικούς τρόπους να εκφράσουν αυτά που με άμεσο τρόπο δεν εκφράζονται. Με ένα ποίημα, ένα στίχο, μία ταινία, ένα βιβλίο. Έτσι ώστε «Να φτιάξουμε έναν πιο μικρό, πιο ωραίο κόσμο που να μας προστατεύει από τον σκληρό και αδίστακτο πραγματικό κόσμο».

Αυτό τον δικό του, μικρό κόσμο έχει βαλθεί να φτιάξει ο Βασίλης Αναστασίου, συστήνοντας στο κοινό το πρώτο του βιβλίο «Au revoir» (εκδόσεις Τόπος), μία noir ιστορία στην οποία ένας «ιδιωτικός ντετέκτιβ, πρώην καθηγητής, πρώην επαναστάτης, πρώην ιδεολόγος» καλείται να εξιχνιάσει μία περίεργη υπόθεση εξαφάνισης.

Γεννημένος το 1988 στην Καβάλα, όπου και ζει μέχρι σήμερα, ο Βασίλης Αναστασίου με μία παρέα νέων συγγραφέων και καλλιτεχνών εξέδωσε το 2011 μια εκτός εμπορίου συλλογή ποιημάτων και πεζών με τίτλο «Σπίτι στην Καμάρα», όνομα το οποίο έμελε να τους συντροφεύσει στις κατοπινές τους αναζητήσεις και να γίνει ιστολόγιο ιδεών.

Vassilis Anastassiou 1

Το 3pointmagazine συνομίλησε με τον Βασίλη Αναστασίου, με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου του βιβλίου, ενός βιβλίου στο οποίο παρατηρούνται μοτίβα και χαρακτήρες οικείοι στον καθένα, μοτίβα που εμπεριέχουν ανθρώπους μοναχικούς, ανθρώπους του περιθωρίου, ανθρώπους του ακροδεξιού υποκόσμου, μπλεγμένους και απολύτως ενταγμένους στην ελληνική καθημερινότητα των τελευταίων χρόνων της κρίσης. Παράλληλα τίθενται οι προβληματισμοί, τόσο του ίδιου του συγγραφέα, όσο και του καθένα από μας αν είναι τελικά εφικτός ένας μοναχικός αγώνας κατά της αδικίας, μία μάχη για απόδοση δικαιοσύνης, σε έναν δαιδαλώδη πολιτικό, κοινωνικό και τελικά ηθικό λαβύρινθο.

Ποια ανάγκη ή ποια γεγονότα (προσωπικά ή κοινωνικά) σε ώθησαν στο να γράψεις ένα βιβλίο; Γιατί αυτή η μορφή τέχνης και όχι κάποια άλλη;

Ο καθένας που ασχολείται με τη δημιουργία το κάνει καθαρά για προσωπικούς λόγους. Για να ξεφύγει από τα αδιέξοδά του, για να φωτίσει τα σκοτάδια του, για να επικοινωνήσει με ανθρώπους που τον ενδιαφέρουν. Αυτή είναι η βασική αιτία. Οι αφορμές μπορεί να είναι πολλές. Εγώ καταπιάστηκα με τον γραπτό λόγο γιατί μέσα από αυτόν εκφράζομαι καλύτερα και μου βγαίνει και πιο εύκολα. Αν δεν μου έβγαινε θα προσπαθούσα να ασχοληθώ με κάτι άλλο, με κινηματογράφο, με μουσική, με ζωγραφική.

Τώρα όσον αφορά τα γεγονότα που με ώθησαν να γράψω την ιστορία, είναι τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 08’. Τότε ήμουν είκοσι χρονών, φοιτητής και τα έζησα από πολύ κοντά. Ήταν η πιο μεγάλη και πιο ωραία μάχη της γενιάς μου. Αποφάσισα λοιπόν, να γράψω μια ιστορία η οποία δεν θα περιγράφει τόσο τα γεγονότα της εξέγερσης, αλλά πιο πολύ την αίσθηση που μου έμεινε όταν αυτά τελείωσαν. Ήταν η πικρή αίσθηση της ήττας, της απογοήτευσης και της δύσκολης συνειδητοποίησης πως πλέον οδεύουμε με ακρίβεια προς τη μεγάλη κατηφόρα που μας ταλαιπωρεί μέχρι σήμερα.

Ποιες οι επιρροές σου, τόσο από συγγραφείς (ή συγγραφικά ρεύματα), όσο και από τον νουάρ κινηματογράφο, οι επιρροές του οποίου ήταν εμφανείς σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου;

Οι επιρροές και οι αναφορές μου σε δημιουργούς μέσα στο βιβλίο είναι εμφανείς. Εκτός της ιστορίας προσπάθησα να αποδώσω και έναν φόρο τιμής σε όλους αυτούς τους δημιουργούς-συγγραφείς-σκηνοθέτες-μουσικούς που με γοήτευσαν, με επηρέασαν και με καθόρισαν. Ένα έμπειρο μάτι θα καταλάβει αμέσως πάνω σε ποιους δρόμους πάτησα για να γράψω αυτό το βιβλίο. Οι πιο βασικές επιρροές μου πάντως όσον αφορά τη λογοτεχνία είναι κάποιοι αστυνομικοί συγγραφείς όπως ο Ρέημοντ Τσάντλερ, ο Πάκο Ιγκνάσιο Ταϊμπο, ο Ιζζό, ο Μονταλμπάν. Εκτός αστυνομικών, με ενδιαφέρει πολύ ο Ρομπέρτο Μπολάνιο και ο Νίκος Νικολαΐδης που με τα βιβλία του δίδαξε πώς γράφονται τα σύγχρονα μυθιστορήματα πόλης.

Η τζαζ μουσική αποτελεί το «soundtrack» του βιβλίου. Γιατί η τζαζ και γιατί το «ντύσιμο» της μοναχικής ζωής του ήρωα με μουσική;

Έτσι ακριβώς το σκεφτόμουν κι εγώ, σαν soundtrack. Όταν έγραφα το βιβλίο ήθελα να το διαμορφώσω σαν σενάριο κάποιας νουάρ ταινίας, με όλα τα ωραία κλισέ της. Υπάρχει μέσα ένας ντεντέκτιβ, μοναχικός, που καπνίζει ασταμάτητα και μπλέκει συνεχώς σε λάθος υποθέσεις. Υπάρχει μια μοιραία γυναίκα που παίζει σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Υπάρχει βροχή, υπάρχει μια φανταστική πόλη που έχει χάσει τη λάμψη της και προσπαθεί μάταια να προλάβει και να συμβαδίσει με τα καινούργια δεδομένα και υπάρχει και αρκετή τζαζ μουσική που ταιριάζει με την ατμόσφαιρα και την ψυχοσύνθεση του ήρωα.

Οι κεντρικοί ήρωες και ιδίως ο πρωταγωνιστής κινούνται σε «μελαγχολικά, μοναχικά νερά». Γιατί αυτό και πιστεύεις ότι αυτοί οι άνθρωποι αυτοί είναι αντιπροσωπευτικοί της ελληνικής κοινωνίας;

Η μελαγχολία είναι ένα δείγμα ευαισθησίας και μπορεί να οδηγήσει σε δημιουργικά και σε αισιόδοξα αποτελέσματα. Αρκεί η μελαγχολία να μην μετατραπεί σε θλίψη, σε παραίτηση και σε απραξία. Ο κεντρικός ήρωας τώρα, δεν θα έλεγα πως είναι κάποιο αντιπροσωπευτικό δείγμα. Είναι πιο ψιλιασμένος από τους πολλούς και αντιμετωπίζει τα πράγματα με κυνισμό και χιούμορ. Ψάχνει μια καλή ευκαιρία, μια τελευταία μάχη να τα βάλει με όλους και στο τέλος νικητής ή χαμένος να ξεφύγει. Στην ελληνική κοινωνία λίγοι είναι αυτοί που αναζητούν κάποια μάχη, οι περισσότεροι έχουν αποσυρθεί και γι αυτό μου είναι και κάπως αδιάφοροι.

au_revoir

Πολύ εμφανείς οι επιρροές και οι παραλληλισμοί με τη Χρυσή Αυγή, καθώς και λούμπεν στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας. Πιστεύεις ότι το βιβλίο αποτελεί αποτύπωμα της πολιτικής και κοινωνικής παρακμής που βιώνει η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;

Αυτή είναι μια ιστορία που πονάει. Πριν από πέντε σχεδόν χρόνια ξεκίνησα να γράφω την ιστορία, στην οποία ο ήρωας αναλαμβάνει να ερευνήσει μια υπόθεση που τον οδηγεί πάνω σε κάποιες ακροδεξιές παρακρατικές οργανώσεις οι οποίες δρούνε ελεύθερες υπό τη σκέπη μιας κρατικής νομιμότητας. Εντωμεταξύ, εκτός βιβλίου, στην Ελλάδα έχει ξεκινήσει αυτό το μεγάλο κύμα της ακροδεξιάς και εγώ μένω λιγάκι αμήχανος γιατί ενώ το στο βιβλίο ήθελα να μιλήσω και να περιγράψω κάποια άτομα τα οποία δρουν μέσα από ένα σκοτεινό περιθώριο, στην πραγματική ζωή τα άτομα αυτά αρχίζουν να μην νιώθουν άνετα σ’ αυτό το περιθώριο. Αρχίζουν να εμφανίζονται δημόσια, να λένε ανοιχτά τις απόψεις τους, να τρομοκρατούν, να χτυπούν, αρχίζουν να οργανώνονται και να έχουν υποστηριχτές. Στο τέλος είχαμε χρυσαυγίτες βουλευτές, ακροδεξιούς και φιλοχουντικούς υπουργούς και γενικά πίστεψα πως η επικαιρότητα και η σκληρή πραγματικότητα ξεπέρασαν τον μύθο του βιβλίου και θεώρησα πως αυτή ιστορία δεν είχε λόγο ύπαρξης. Πέρασαν τρία χρόνια, ασχολήθηκα με άλλα πράγματα και πριν από ένα χρόνο ξαναδιάβασα την ιστορία, αναθεώρησα και αποφάσισα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Έτσι χωρίς να αλλάξω θεματικά κάποια πράγματα αποφάσισα να ξαναγράψω το βιβλίο με έναν διαφορετικό τρόπο.

Παρά την απαισιόδοξη χροιά στη διάρκεια του βιβλίου, το τέλος δίνει ένα αισιόδοξο μήνυμα. Το γεγονός ότι ο ήρωας «ξεφεύγει», έστω και προσωρινά, από το μαύρο σκηνικό που τον περιτριγυρίζει, ανάβει μία σπίθα αισιοδοξίας. Με ποιο τρόπο πιστεύεις μπορεί ο κάθε άνθρωπος στην Ελλάδα του 2015 να ξεφύγει ή έστω να «ξεχαστεί» από τα όσα τον περιβάλλουν;

Στη ζωή μου γενικά δεν είμαι πολύ αισιόδοξος. Δεν ξέρω αν τα πράγματα ποτέ θα φτιάξουν. Αντιθέτως νομίζω πως έρχονται τρομαχτικές μέρες. Αυτό που πιστεύω είναι πως πρέπει να γίνουμε όλοι μας λιγάκι πιο ανοιχτοί. Να βγούμε από τα σπίτια μας, να ξεκολλήσουμε από τις τηλεοράσεις και τις οθόνες και να βγούμε στον δρόμο να μιλήσουμε με πραγματικούς ανθρώπους, να βρούμε συντρόφους που έχουν τις ίδιες αγωνίες και προβληματισμούς, να φτιάξουμε παρέες και ομάδες. Να δημιουργήσουμε και να αντισταθούμε. Να αναπτύξουμε την αισθητική και την ευαισθησία μας. Να φτιάξουμε έναν πιο μικρό, πιο ωραίο κόσμο που να μας προστατεύει από τον σκληρό και αδίστακτο πραγματικό κόσμο.

Σχόλια

X