Κυριακή πρωί. Είμαι περαστική από την Ερμού. Ήταν η πρώτη Κυριακή που θα άνοιγαν ξανά οι μεγάλες επιχειρήσεις μετά από σχεδόν έναν αιώνα. Παίρνω τον κατήφορο. Γίνεται χαμός. Έχω να ξαναδώ τόσο κόσμο στην Αθήνα, εδώ και δυο χρόνια. Τα μαγαζιά γεμάτα. Μπαίνω στον πειρασμό. Μου αρέσει μια μπλούζα. Την αγνοώ. Βγαίνω. Στο έδαφος, χαρτιά να γράφουν: Δεν ψωνίζουμε. Το «απελευθερωμένο» ωράριο είναι για άτομα με ελεύθερο χρόνο.

Βαδίζω, παρατηρώντας φευγαλέα τους περαστικούς. Χαλαροί, να περπατάνε, με σακούλες στα χέρια, χαμόγελα, συζητήσεις, φωτογραφίες, αναψυκτικά, φερόμενοι σα να μην τρέχει τίποτα στους γύρω δρόμους. Σα να είναι αόρατο παράλληλο σύμπαν, οι δολοφονίες, η ανεργία, τα δίδακτρα στα πανεπιστήμια, το ανύπαρκτο κράτος δικαίου. Ξανά, οι εξατομικευμένες λογικές στο κοινωνικό προσκήνιο. «Εγώ, έχω να ψωνίσω». «Εγώ δε φταίω για την κρίση». Αυτά τα εγώ συσσωρεύτηκαν και έπνιξαν το παρόν μας.

Θα μου πεις, περίμενες κάτι άλλο από άτομα που δεν ξεχωρίζουν την αργία με την απεργία της πρωτομαγιάς; Περίμενες κάτι άλλο από άτομα που μια ζωή μετέθεταν την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους σε εκπροσώπους και η μόνη ανάμειξή τους στα κοινωνικά δρώμενα, άρχιζε και τελείωνε στην κάλπη; Ναι, περίμενα, ότι το αίμα και ο ιδρώτας που χύνονται σε καθημερινή βάση, θα μας ξυπνούσε. Περίμενα, ότι θα είχαμε την ωριμότητα να διαβλέπουμε μια ιστορία που επαναλαμβάνεται. Ότι θα καταλαβαίναμε, πως και αυτό το συμβάν, μας αφορά. Ότι, με αφορμή, τις καθημερινές δυσκολίες που όλοι βιώνουμε πάνω κάτω, θα σεβόμασταν όλους εκείνους που χάθηκαν και χάνονται για να εδραιώσουν τα εργασιακά δικαιώματα. Αλλά, βλέπεις, κι’ αυτά τα περιβόητα τα δικαιώματα θέλουν φροντίδα, έχουν σκουριάσει, έχει περάσει ο καιρός, τα καταχραστήκαμε κι’ αυτά και δεν αντέχουν άλλο. Περίμενα, ότι έχει γίνει κτήμα των περισσότερων, ότι η ιδεολογία, η αριστερά, ο άλλος δρόμος, είναι άγωνας του καθενός μας, και όλων μαζί.

Ότι, ο ένας, αν δεν τυφλωθεί από τον καταναλωτισμό, θα δείξει το δρόμο και στον άλλο, κι’ έτσι σιγά σιγά θα κάνουμε μιαν υπέρβαση. Περίμενα, ότι θα πούμε ότι δεν πάει άλλο. Περίμενα, ότι είναι κοινώς κατανοητό, ότι οι μεγαλοεπιχειρήσεις, χτυπούν τις μικρές, θρέφοντας τον καπιταλισμό και ότι αν στηρίξουμε με μία μικρή αγορά και το πιο ακραίο, δηλαδή, το να λειτουργούν τα μαγαζιά την Κυριακή, στηρίζουμε τις άθλιες συνθήκες εργασίας, τα δωδεκάωρα, τη χαμηλή μισθοδοσία, την απουσία των συνδικάτων και τον εξανδραποδισμό του εργατικού δυναμικού, δηλαδή μία κοινωνία δύο ταχυτήτων.

«Ε, λοιπόν, ο εκφοβισμός και η τρομοκρατία τους δε θα περάσουν», «ποτέ μη σώσουμε να γίνουμε ανταγωνιστικοί», φώναξαν κάποιοι αγωνιστές στις κινητοποιήσεις τους. Λίγο παρακάτω, απεργίες, συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, κατεβασμένα ρολά, άνθρωποι που κάνουν το φόβο δύναμη και παλεύουν ενάντια στα νέα μέτρα και την υποδούλωση, που στην τελική απλά λαμβάνουν υπόψιν τις συνθήκες και δίνουν λίγο απ’ τον εαυτό τους, για έναν αγώνα δίχως τέλος, για λίγη αξιοπρέπεια.

Οι αγωνιστές ήταν αρκετοί.

Οι καταναλωτές ήταν χιλιάδες.

Δυο όψεις της ίδιας κοινωνίας ενσαρκώθηκαν μέσα μου. Ο στοχευμένος καπιταλισμός με τις ελκυστικές εκπτώσεις και το αμφισβητήσιμο στοιχείο, που αναγνωρίζει το άδικο. Μου ήρθε μια φράση στο μυαλό: «Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου, ε;» Έριξα μια άγρια ματιά στις βιτρίνες. Έκανα μεταβολή και έφυγα.

Σχόλια

X