Συνάντησα τον Δημήτρη Αλεξανδρή στο Σύγχρονο Θέατρο, λίγο πριν την παράσταση «Reservoir Dogs». Τον περίμενε ήδη κι ένα συνεργείο τηλεόρασης για συνέντευξη. Ο Δημήτρης Αλεξανδρής, που αυτόν τον καιρό παίζει στην παράσταση «Η λάμψη μια ασήμαντης νύχτας» του Κόνορ Μακφέρσον, στο θέατρο Επί Κολωνώ και μόλις ολοκλήρωσε τη συμμετοχή του στην παράσταση «Reservoir Dogs», μια θεατρική μεταφορά της ομώνυμης ταινίας του Ταραντίνο, απάντησε στις ερωτήσεις μας με ιδιαίτερα καλή διάθεση, γεγονός που φανερώνει επαγγελματισμό, αλλά και τη χαρά του ηθοποιού για τους ρόλους που ερμηνεύει.

Δημήτρη, σου αρέσει ο κινηματογράφος; Πηγαίνεις στο σινεμά;

Πάρα πολύ! Πηγαίνω και βλέπω όλων των ειδών τις ταινίες, όχι μόνο τις σινεφίλ. Μπορώ πολύ πιο εύκολα να δω όλων των ειδών τις ταινίες παρά όλων των ειδών τις παραστάσεις.

Ο Ταραντίνο σου αρέσει;

Όχι όλες του οι ταινίες. Μου αρέσουν πολύ οι πρώτες του ταινίες, το Reservoir Dogs & το Pulp Fiction. Οι μετέπειτα ταινίες του νομίζω ότι είναι περισσότερο ταινίες ενός επιδειξιομανή σκηνοθέτη παρά ταινίες ουσίας.

Αυτός άρα ήταν ο λόγος που δέχτηκες να παίξεις στην παράσταση «Reservoir Dogs» που σκηνοθέτησε ο Τριαντάφυλλος Δελής στο Σύγχρονο Θέατρο.

Ναι φυσικά ο λόγος ήταν η ταινία, αν και στο θέατρο αλλάζουν πολλά πράγματα. Όπως και παραστάσεις που έχουν γίνει ταινίες έχουν αλλάξει πάρα πολύ. Δεν είναι το ίδιο. Ο «Άμλετ» δεν είναι ίδιος κάθε φορά, όσες ταινίες εξαιρετικές κι αν έχουν γίνει. Ο σκηνοθέτης Τριαντάφυλλος Δελής με πήρε τηλέφωνο το καλοκαίρι, δεν τον ήξερα. Είναι ένας νέος άνθρωπος που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη. Μου αρέσει πολύ όταν με προσεγγίζουν νέοι σκηνοθέτες, σημαίνει πολλά για μένα,  και ιδιαίτερα όταν έχουν τόσο πάθος γι’ αυτό που θέλουν να κάνουν. Μου πρότεινε να κάνω τον «Λευκό» στο έργο και μου άρεσε ο τρόπος που το έβλεπε. Το καστ έγινε με ένα team ανθρώπων που εκτιμώ και γουστάρω.

Έχεις παρατηρήσει ότι αυτή η παράσταση προσέλκυσε το αντρικό κοινό;

Δεν έχεις άδικο σε αυτό που λες. Υπάρχει πολύς κόσμος που είναι fan της ταινίας. Νομίζω όμως επίσης ότι η παράσταση κερδίζει από άποψη χιούμορ και αυτό φαίνεται εδώ πολύ περισσότερο από την ταινία.

Ποιες είναι οι διαφορές και οι ομοιότητες της θεατρικής παράστασης με την κινηματογραφική ταινία;

Φωτογραφία: Βαγγέλης Μακρυγιάννης

Υπήρξαν ομοιότητες ως προς το ενδυματολογικό κομμάτι και κάποιες σκηνές έγιναν σε συγκεκριμένους χώρους, όπως και στην ταινία. Εμείς όμως πήραμε το έργο και προσπαθήσαμε να ξεχάσουμε τι έχουν κάνει οι ηθοποιοί της ταινίας. Αναλύσαμε τον κάθε χαρακτήρα του έργου, ποιος είναι και πώς δημιουργεί σχέσεις με όλους τους υπόλοιπους. Όσον αφορά το δικό μου ρόλο, τον «Λευκό», μπήκα στη διαδικασία να σκεφτώ για ποιο λόγο αυτός ο τύπος κάνει αυτή τη δουλειά, τι σημαίνει γι’ αυτόν η κουβέντα που κάνει για τη Μαίρη, γιατί συμπαθεί τον νεαρό τόσο πολύ και ρισκάρει τη ζωή του για έναν άνθρωπο που γνωρίζει πολύ λιγότερο από όλους τους άλλους με τους οποίους έχει ξαναδουλέψει. Έχουν γραφτεί άρθρα και άρθρα για ποιο λόγο αυτός ο άνθρωπος αποφασίζει να βγάλει πιστόλι και να πυροβολήσει.

Φωτογραφία: Βαγγέλης Μακρυγιάννης

Μεταφερόμαστε στην άλλη παράσταση που πρωταγωνιστείς, στο Θέατρο Επί Κολωνώ, με τίτλο «Η λάμψη μιας ασήμαντης νύχτας» σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη. Ποια είναι τα θέματα που πραγματεύεται το έργο; 

Το βασικό θέμα που πραγματεύεται είναι η ανθρώπινη γενναιοδωρία. Ο συγγραφέας είναι γνώστης της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι άνθρωποι, εκεί που είμαστε αρπακτικά, εκεί είμαστε και γενναιόδωροι. Μιλάει για σχέσεις πολύ στενές, ανθρωποφαγικές, αλλά και γενναιόδωρες ταυτόχρονα. Το έργο είναι ένας ύμνος στους ανθρώπους που καταστρέφονται, σε όλους μας δηλαδή, και η καταστροφή αυτή δεν είναι μάταιη, εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Ο θείος του Τόμμυ και ο Ντοκ γραπώνονται από πάνω του, αλλά τον αγαπάνε. Τα πρόσωπα του έργου μπορεί να μην είμαστε ακριβώς εμείς, όμως  δεν είναι πολύ μακριά από μας.

Πώς προσέγγισες το ρόλο του Τόμμυ;

Έπρεπε να κάνω και αλλαγή θέσης, λόγω ηλικίας του χαρακτήρα και αλλαγή στάσης ζωής απέναντι στα πράγματα. Υπάρχει μια ρεαλιστική προσέγγιση στο ρόλο, οπότε έπρεπε να μπω στη λογική ενός ανθρώπου που, ότι κι αν έκανε στη ζωή του, δεν λειτούργησε. Είναι μόνος, μαζί με τον θείο του κι ένα φίλο του, που δεν είναι πολύ καλά στα μυαλά του, κι αυτό το πράγμα είναι η καθημερινότητά του. Τον βλέπουμε σε μια φάση πολύ δύσκολη, βρίσκεται σε κατάθλιψη κι ας μην το δείχνει. Έχει σκεφτεί την αυτοκτονία, αλλά δεν θέλει να δείξει το χάος που έχει η ψυχή του. Στον Τόμμυ όμως υπάρχει μια καθαρότητα.

Μέσα στο έργο θίγεται και το θέμα του πολέμου, η απραξία των ανθρώπων απέναντι σ’ εγκλήματα, προβλήματα παγκόσμια. Αισθάνεσαι κι εσύ πολλές φορές θεατής των γεγονότων κι ανίκανος ν’ αντιδράσεις, όπως ακούμε να λέει ο Μώρις;

Σαφέστατα, γίνονται τόσα πολλά που δεν προλαβαίνεις ν’ αντιδράσεις. Φοβάμαι, ότι αυτού του είδους η πίεση που ασκείται σε όλο τον κόσμο, κάποια στιγμή θα ξεσπάσει. Στο έργο, ο Μώρις είναι ένας άνθρωπος τρομερά ενοχικός. Αλλά φορτώνει και τον Τόμμυ με ενοχές, ακριβώς όπως κάθε προηγούμενη γενιά φορτώνει στην επόμενη τα θέματα, για τα οποία ευθύνεται η ίδια και δεν κατάφερε να λύσει.

Ποιος από τους ρόλους που έχεις παίξει ενδεχομένως σ’ έχει επηρεάσει στη ζωή σου και θα ήθελες να τον ξαναπαίξεις αν σου δινόταν ευκαιρία;     

Όλοι οι ρόλοι μ’ επηρεάζουν την περίοδο που τους παίζω. Ακόμα κι αν δεν τους σκέφτεσαι, είναι μέσα σου. Τον ρόλο μου στην παράσταση «Ατέλειωτη Βροχή», της οποίας είχα κάνει και την παραγωγή, θα ήθελα να τον ξαναπαίξω.

Πολλοί συνάδελφοί σου λένε ότι το ταλέντο του ηθοποιού ξεδιπλώνεται στο θεατρικό σανίδι. Συμφωνείς;

Όχι, δεν συμφωνώ. Υπάρχουν ηθοποιοί που είναι εξαιρετικοί στο θέατρο, αλλά καθόλου καλοί στο σινεμά. Το κάθε πράγμα έχει τις δικές του απαιτήσεις. Το σινεμά έχει άλλη ματιά. Αν ένας ηθοποιός έχει ταλέντο όμως, αυτό θα φανεί και στον κινηματογράφο, ακόμα κι αν παίζει σε μια μικρή σκηνή. Και τον Μάρλον Μπράντο να δεις σε μια ταινία που δεν παίζει καλά, δεν γίνεται να μην εισπράξεις το πόσο σπουδαίος ηθοποιός είναι.

Πώς αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός, ήταν το μόνο επάγγελμα με το οποίο θέλησες ν΄ασχοληθείς;   

Ήθελα να γίνω πιλότος, έδωσα δύο φορές, αλλά δεν πέρασα. Αποφάσισα να κάνω μια δουλειά, που να μην βαριέμαι. Έτσι έγινα ηθοποιός. Η πρώτη μου επαφή με το θέατρο είχε ήδη ξεκινήσει από την θεατρική ομάδα του σχολείου.

Έγινες γνωστός στο ευρύ κοινό από την τηλεόραση. Η τηλεόραση σου άνοιξε το δρόμο και για καλύτερες προτάσεις στο θέατρο;

Δουλεύω 28-29 χρόνια κι έχω κάνει 5 σίριαλ. Νομίζω ότι μετά από το πρώτο σίριαλ , το «Λόγω Τιμής» της Μιρέλλας Παπαοικονόμου, ήρθε «ο Δούρειος Ίππος» και εν συνεχεία ένα άλλο σίριαλ της Μιρέλλας, το «Ουδέν Πρόβλημα». Όσοι συμμετείχαμε τότε στο «Λόγω Τιμής», είχαμε κάνει πιο πριν κι άλλες δουλειές. Η Βίκυ Βολιώτη κι εγώ είχαμε ήδη παίξει σε δυο ταινίες, είχα πάρει δυο βραβεία, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης είχε κάνει μια παράσταση-επιτυχία με τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, ο Άλκης Κούρκουλος είχε παίξει στο σίριαλ «Αναστασία», ο Γιώργος Πυρπασόπουλος είχε παίξει στο «Τέλος Εποχής». Ο χώρος μας ήξερε, ο κόσμος μας έμαθε περισσότερο λόγω του σίριαλ. Το «Λόγω Τιμής» ήταν μια πολύ καλή συνεργασία, βέβαια όλες οι δουλειές της Μιρέλλας είναι εξαιρετικές. Ήμασταν προστατευμένοι τότε, καμία σχέση με τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα στην τηλεόραση.

Ποιος από τους παλιούς ηθοποιούς θα ήθελες να έχει υπάρξει ως μέντοράς σου ή ίσως έχει ήδη υπάρξει;   

Ο Νικήτας Τσακίρογλου, που ήταν δάσκαλός μου στη σχολή, μ’ επηρέασε. Και σίγουρα μ’ επηρέασε πολύ ένας άνθρωπος με τον οποίο δυστυχώς δεν δούλεψα, αλλά είχαμε επαφή, μιλούσαμε για βιβλία, για παραστάσεις και ήταν ο Μίνως Βολανάκης.

Έχεις μετανιώσει για δουλειές που έκανες ή απέρριψες;

Για δουλειές που απέρριψα δεν έχω μετανιώσει πολλές φορές. Μπορεί να ήταν θέμα χρόνου ή να μην την πίστευα τότε εκείνη τη δουλειά. Έχω μετανιώσει για δύο δουλειές που έκανα και ειδικά για τη δεύτερη πάρα πολύ.

Ο Καβάφης όρισε την τέχνη ως «δοκιμές για να ναρκωθεί ο πόνος». Πιστεύεις ότι η τέχνη σώζει τον άνθρωπο;

Πιστεύω ότι η τέχνη είναι καταπραϋντική και πρέπει να είναι… σε αδιέξοδα, σε μοναξιά, σε στεναχώρια. Πρέπει να λειτουργεί, όπως η εκκλησία. Πηγαίνεις εκεί, όταν έχεις ανάγκη, και λειτουργεί σαν παράθυρο που τ’ ανοίγεις και νιώθεις καλύτερα. Υπάρχει μια εξαιρετική για μένα ταινία που λέγεται «Η ιστορία της καμήλας που δάκρυζε». Οι ηθοποιοί που παίζουν είναι ερασιτέχνες. Μια οικογένεια κάπου στη Μογγολία εκτρέφει καμήλες. Μια καμήλα γεννάει, αλλά δε θέλει να δει το καμηλάκι της. Η όλη ιστορία είναι πώς να κάνουν την καμήλα να δεχτεί το παιδί της. Φωνάζουν λοιπόν τον δάσκαλο βιολιού της κοντινής πόλης να παίξει βιολί για την καμήλα. Στο άκουσμα του βιολιού η καμήλα κλαίει και δέχεται το παιδάκι της. Αυτό νομίζω είναι η τέχνη. Η μουσική θεωρώ ότι είναι η υπέρτατη τέχνη. Προσωπικά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς μουσική. Είναι κάτι οικουμενικό, ανεξαρτήτως γλώσσας, σου δημιουργεί μια αίσθηση ότι ανήκεις κάπου, ότι επικοινωνείς με τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχει σημασία πότε έγινε, νιώθεις την αλήθεια της. Σε απελευθερώνει. Η τέχνη και ο πολιτισμός σηματοδοτούν τις εποχές πολύ περισσότερο από την πολιτική.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – ΒΙΝΤΕΟ:

«Η λάμψη μια ασήμαντης νύχτας» του Κόνορ Μακφέρσον,
η νέα παραγωγή της Ομάδας Νάμα συνεχίζεται στο θέατρο Επί Κολωνώ κάθε Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο 21:15
Κυριακή στις 18:00

https://www.facebook.com/epikolono.gr/

 

*Η κεντρική φωτογραφία είναι του Βαγγέλη Μακρυγιάννη.

Σχόλια

X